Για την ψυχική εξουθένωση των εκπαιδευτικών

Πριν λίγα χρόνια, σε μια επιμόρφωση σε σχολείο της Κύπρου, ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος παρουσίαζε διεθνείς έρευνες που διερευνούσαν τα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ψυχική εξουθένωση. Δίχως έκπληξη, τις δύο πρώτες θέσεις μονοπωλούσαν οι νοσηλευτές και οι εκπαιδευτικοί.

Ο φιλόσοφος Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν περιγράφει εκτενώς το φαινόμενο της ψυχικής κόπωσης και τους μηχανισμούς που την επιδεινώνουν, σημειώνοντας ότι βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης κοινωνίας και αποτελεί τον πρόδρομο της κατάθλιψης  (βλ. Η κοινωνία της κόπωσης, εκδ. Opera). Το σύγχρονο κοινωνικό υποκείμενο τελεί υπό και διά μιας πρωτοφανούς αβάσταχτης ψυχικής πίεσης, προσπαθώντας να ανταποκριθεί σε άπειρους ρόλους και ρευστά δεδομένα. Ειδικά δε στον επαγγελματικό χώρο της εκπαίδευσης, αυτή η πίεση αυξάνεται εκθετικά, όπως άλλωστε τεκμηριώνεται ερευνητικά, αλλά κι εμπειρικά.

Παρά ταύτα, τελευταίως παρατηρείται μια -αναγκαία- στροφή στα θέματα ψυχικής υγείας. Διάφορες ανομολόγητες ιστορίες ξεπηδούν από την κοινωνία χωρίς ταμπού, διεκδικώντας ορατότητα, υποστήριξη και θεσμικές καταπραϋντικές πολιτικές. Ωστόσο, στο ανωτέρω περιγραφέν πλαίσιο, δεν γίνεται σχεδόν καμία αναφορά στο ψυχικό άχθος των εκπαιδευτικών. Είναι απορίας άξιον γιατί δεν αναφύεται, με ουσιαστικό τρόπο, το μείζον θέμα της ψυχικής ισορροπίας των εκπαιδευτικών και των συνθηκών που την επιβαρύνουν. Γιατί, ακόμα κι όταν κάτι πάει να ειπωθεί, αντιμετωπίζεται μεμιάς υποτιμητικά, με αποτέλεσμα να απανθρωποιούνται οι εκπαιδευτικοί και να υποβιβάζεται η ιστορία τους ως προσωπικό έλλειμμα; Τι είναι αυτό που καθοδηγεί τον κυρίαρχο λόγο (discourse), ώστε να μην επιτρέπει την ανάδειξη αυτού του θέματος -ενώ σε άλλες περιπτώσεις το επιτρέπει- ακόμη κι όταν οι έρευνες αποκαλύπτουν τη σοβαρότητά του;

Τα παραπάνω μπορούν να εκληφθούν ως ρητορικά, λαμβάνοντας υπόψη την ενορχηστρωμένη μαζική και κυνική επίθεση στο δημόσιο σχολείο και τους λειτουργούς του τις τελευταίες δεκαετίες. Η απαξίωση, λοιπόν, των εκπαιδευτικών και η μετατροπή τους στα εύκολα θύματα κάθε κρίσης και γενικά όλων των δεινών της κοινωνίας έχει συνέπειες. Συνέπειες αληθινές στην καθημερινότητα, τη συναισθηματική ισορροπία κι εν τέλει την ψυχοσωματική υπόστασή τους. Ο εκπαιδευτικός κουβαλά έναν ανείπωτο ψυχικό κάματο, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται να δικάζεται αναίτια σαν μια νεότερη δύσμοιρη καφκική φιγούρα. Υπάρχει, άραγε, μεγαλύτερη μορφή συγκεκαλυμμένης βίας από τη μη επικύρωση των συναισθημάτων, της ευαλωτότητας κι εν γένει της ανθρωπινότητάς του; Είναι ο εκπαιδευτικός άνθρωπος ή είδος;

Πέραν των προρρηθέντων, οι συνθήκες της σχολικής καθημερινότητας -οι οποίες γίνονται ολοένα και δυσχερέστερες- επικαθορίζουν ντετερμινιστικά την ψυχική του κατάσταση, οδηγώντας τον σταδιακά στην εξουθένωση. Πιο κάτω σταχυολογούνται ορισμένες από τις ιδιάζουσες συνθήκες που αντιμετωπίζει καθημερινά ένας εκπαιδευτικός, οι οποίες καταγράφονται βιβλιογραφικά, αλλά, κυρίως, απαντώνται στην εμπειρία όσων τολμούν ακόμα να διδάσκουν:

  • Η διδασκαλία απαιτεί πλήρη σωματική, πνευματική και συναισθηματική ενεργοποίηση, γεγονός που προκαλεί ταχεία κατάπτωση.
  • Ο εκπαιδευτικός καλείται καθημερινά να λαμβάνει έναν τεράστιο όγκο από ακαριαίες αποφάσεις, εξαντλώντας την πνευματική ενέργειά του.
  • Η νοητική πολυδιεργασία και η συνεχής διαχείριση της οιονεί χαοτικής σχολικής καθημερινότητας γεμίζει τη μνήμη εργασίας και επιβραδύνει τη σκέψη του.
  • Απορροφά ασυνείδητα τα συναισθήματα των παιδιών, με αποτέλεσμα να υπερφορτώνεται συναισθηματικά.
  • Επαναλαμβάνει μέσα του (inner speech) κουβέντες με τα παιδιά, ημιτελείς δουλειές, εκκρεμότητες κ.λπ. χωρίς να υπάρχει η αναγκαία για τον εγκέφαλο παύση.
  • Κάθε περίπου 3’ διακόπτεται η ροή της σκέψης ή του προγραμματισμού του, βιώνοντας ένα αδιάλειπτο μπρος-πίσω.
  • Ανιχνεύει συνεχώς συμπεριφορές, αποκρίσεις και αντιδράσεις, ευρισκόμενος σε διαρκή εγρήγορση.
  • Το νευρικό του σύστημα παραμένει σε υπερδιέγερση από την πλημμυρίδα ήχων, κινήσεων και πολλαπλών ερεθισμάτων.
  • Βιώνει καθημερινά το απρόβλεπτο της ικανοποίησης και της απογοήτευσης χωρίς να επικρατεί ποτέ μια σταθερότητα.
  • Τελεί υπό την πίεση της ολοκληρωτικής διαθεσιμότητας, χωρίς χρόνο για απομόνωση και αποφόρτιση.
  • Απαιτείται να παραμένει ψύχραιμος, χαρούμενος και -τοξικά- θετικός, καταπνίγοντας τα συναισθήματά του, παρά τις οποιεσδήποτε αναπόφευκτες αναποδιές.
  • Ζητείται από αυτόν το απόλυτο, ενώ την ίδια στιγμή τού συμπεριφέρονται ως μη αρκετό.
  • Του εναποτίθενται κρίσιμες ευθύνες και ταυτόχρονα χαμηλό επίπεδο αυτονομίας, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το ρίσκο και συνακόλουθα το στρες.
  • Προσπαθεί απροστάτευτος να κάνει τη δουλειά του, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του τον φόβο ανώνυμων καταγγελιών.
  • Γίνεται αποδέκτης ενός διαρκούς καταιγισμού νέων εγκυκλίων/οδηγιών/καθηκόντων, τις οποίες καλείται να μελετά, να διαχειρίζεται και να προσαρμόζεται.
  • Στοχοποιείται ως υπαίτιος για τα κάθε λογής δεινά της κοινωνίας και διαπομπεύεται με ευκολία στα ΜΜΕ & ΜΚΔ.
  • Αφήνεται να λειτουργεί ως σφουγγάρι που απορροφά τη συσσωρευμένη οργή μιας αποπροσανατολισμένης κοινωνίας, η οποία αναζητεί αποδιοπομπαίους τράγους.
  • Αντιμετωπίζεται ως παρίας, μια persona non grata της κοινωνίας.

Τα πιο πάνω παρουσιάζουν με ευσύνοπτο τρόπο ορισμένους από τους παράγοντες που συντελούν στην ψυχική εξουθένωση των εκπαιδευτικών. Παρόλο που παραγνωρίζονται ευκόλως από την κοινή γνώμη, η ψυχική εξουθένωση των εκπαιδευτικών είναι υπαρκτή. Όσα χαιρέκακα σχόλια αμφισβήτησης, φθόνου κι επαγγελματικού ρατσισμού κι αν γίνουν, η κατάσταση δεν αλλάζει. Είναι φαινόμενο πραγματικό κι εξόχως σημαντικό, αφού ενδεχομένως να αποτελεί τη μεγαλύτερη σιωπηρή κρίση που σοβεί στα σχολεία. Μετατρέποντας τον εκπαιδευτικό σε «απαγορευμένη ύπαρξη», που δεν μπορεί καν να μιλήσει για τον καθημερινό του κάματο, παρά μόνο να λογοδοτεί και να απολογείται, ουσιαστικά διαβρώνονται τα θεμέλια του σχολείου.

Η ψυχική ισορροπία των εκπαιδευτικών θα έπρεπε να ήταν στην αιχμή όσων καθορίζουν ή έστω επηρεάζουν την εκπαιδευτική καθημερινότητα, εφόσον δεν είναι ένα θέμα που αφορά το κάθε άτομο προσωπικά. Δεν είναι, δηλαδή, προσωπική αποτυχία των εκπαιδευτικών, αλλά συστημικό αποτέλεσμα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είναι πρωτίστως θέμα θεσμικής αναγνώρισης, πολιτικών τομών και υπηρεσιών φροντίδας.

Εν συμπεράσματι, εάν όντως η επιθυμία για ένα καλύτερο σχολείο είναι ειλικρινής, τότε είναι φρόνιμο να ανοιχθεί επειγόντως το θέμα της ψυχικής εξουθένωσης των εκπαιδευτικών. Και, ασφαλώς, να σχεδιαστούν πολιτικές που απαντούν στις προαναφερθείσες παρατηρήσεις. Πολιτικές που αναγνωρίζουν και σέβονται τον εκπαιδευτικό και τον φροντίζουν ν’ ανθίσει -ώστε να μπορεί να συνεχίζει να προσφέρει το «Είναι» του στα παιδιά.



 *Του Αντώνη Ζαρίντα 

Digi-digi template

Back to TOP