Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Συνέντευξη στο SkalaTimes

4-9-2020

Αντώνης Ζαρίντας: «Πορευόμαστε, λοιπόν, στο μέλλον με την όπισθεν»

Αν σε ενδιαφέρει η παιδεία του τόπου μας και παρακολουθείς τις εξελίξεις και τα τεκταινόμενα, ίσως να γνωρίζεις ήδη πως στην κοινωνία των εκπαιδευτικών υπάρχουν διάφορες προσωπικότητες, κάποιοι αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας, ως προς το πώς θα έπρεπε να συμπεριφερόμαστε απέναντι στα παιδιά, εντός και εκτός σχολείου.

Επειδή εμείς στο SkalaTimes παρακολουθούμε τα όσα γίνονται στην Παιδεία και μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα «παιδιά», η αλήθεια είναι πως αυτή τη συνέντευξη την θέλαμε εδώ και αρκετό καιρό. Γιατί ο πιο κάτω συνεντευξιαζόμενος, εκπαιδευτικός δημοτικής εκπαίδευσης, είναι πηγή έμπνευσης, ενίοτε και παράδειγμα προς μίμηση. Όσοι τον παρακολουθούμε στα social media ή στο προσωπικό του blog, το γνωρίζουμε.

Με ιδιαίτερη χαρά λοιπόν, σήμερα κουβεντιάζουμε με τον συνδημότη μας δάσκαλο, Αντώνη Ζαρίντα, σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη. Για την παιδεία, τα παιδιά και άλλα πολλά. Ο Αντώνης γεννήθηκε για να «υπηρετεί» τα παιδιά, όπως ο ίδιος λέει, «έχω πάντα δίπλα στην έδρα μου μια αφίσα του Πάουλο Φρέιρε με το εξής παράθεμα: “Δεν πιστεύω ότι οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αντέξουν τις αντιξοότητες της δουλειάς τους χωρίς κάποιο είδος αρματωμένης αγάπης. Είναι απαραίτητο αυτή η αγάπη να είναι αρματωμένη, να είναι η μαχητική αγάπη που έχουν εκείνοι οι οποίοι είναι σίγουροι για το δικαίωμα και το καθήκον τους να μάχονται, να καταγγέλλουν και να αναγγέλλουν.” Κάθε μέρα να το διαβάζω και να αντλώ δύναμη».

Της Γιώτας Δημητρίου


Αντώνη πόσα χρόνια είσαι δάσκαλος δημοτικής εκπαίδευσης;

Υπηρετώ τα παιδιά στα δημόσια δημοτικά σχολεία της Κύπρου από τις αρχές της χιλιετίας.

Γιατί επέλεξες αυτό το επάγγελμα;

Δεν ξέρω… Μετά από τόσα χρόνια στον χώρο αισθάνομαι πως γεννήθηκα γι’ αυτήν την αποστολή.

Ωστόσο, αν και επάγγελμα «με σιγουριά», εσύ συνέχισες επιπλέον και με σπουδές στην ψυχολογία και δημοσιογραφία….Μίλησε μας λίγο γι’ αυτό, για το ταξίδι των σπουδών σου.

Η δημοσιογραφία πάντα με γοήτευε. Το ίδιο και η ψυχολογία. Έτσι, μετά τις βασικές παιδαγωγικές σπουδές εκπλήρωσα και τα δύο μου απωθημένα. Ωστόσο, όντας δάσκαλος ερωτευμένος με το αντικείμενο, προσπάθησα να διεισδύσω στην τομή των τριών θεωρητικών κατευθύνσεων -παιδαγωγική/ψυχολογία/δημοσιογραφία- που συγκροτεί το πεδίο της Παιδείας στα Μέσα (Media Education). Σε γενικές γραμμές η Παιδεία στα Μέσα αφορά την κριτική ανάγνωση και τη δημιουργική γραφή μιντιακών περιεχομένων. Πιστεύω ότι βρήκα το λιμάνι μου, καθώς το πεδίο αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, κρίσιμο στη σημερινή εποχή και παρθένο στον ελληνικό χώρο. Η επιστημονική μου ενασχόληση επί του θέματος οδήγησε σε συγγραφή αρκετών άρθρων, συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους, παρουσιάσεις σε συνέδρια στην Κύπρο και την Ελλάδα, παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, διακρίσεις σε διαγωνισμούς κ.ά. Οσονούπω, μάλιστα, αναμένεται να εκδοθούν δύο παιδικά παραμύθια που έγραψα σχετικά με το θέμα αυτό.

Ποιοι αποτελούν πρότυπα ή έμπνευση σου, από το χώρο της διδασκαλίας και της εκπαίδευσης;

Υπάρχουν πολλοί στοχαστές που οι απόψεις τους αποτελούν τους προσωπικούς μου οδοδείκτες, όπως για παράδειγμα οι Ντέιβιντ Μπάκινγχαμ, Λεν Μάστερμαν, Πάουλο Φρέιρε, Σελεστέν Φρενέ, Γιάνους Κόρτσακ, Χένρι Ζιρού κ.ά. Μάλιστα έχω πάντα δίπλα στην έδρα μου μια αφίσα του Πάουλο Φρέιρε με το εξής παράθεμα: «Δεν πιστεύω ότι οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αντέξουν τις αντιξοότητες της δουλειάς τους χωρίς κάποιο είδος αρματωμένης αγάπης. Είναι απαραίτητο αυτή η αγάπη να είναι αρματωμένη, να είναι η μαχητική αγάπη που έχουν εκείνοι οι οποίοι είναι σίγουροι για το δικαίωμα και το καθήκον τους να μάχονται, να καταγγέλλουν και να αναγγέλλουν.» Κάθε μέρα να το διαβάζω και να αντλώ δύναμη.

Έχεις δύο δικά σου blogs στα οποία γράφεις περί εκπαίδευσης (φυσικά!) Το https://ekpaideusi.blogspot.com/ και http://medialiteracy-education.blogspot.com/. Τι σε ώθησε στην δημιουργία τους και πού αποτείνονται; Σε γονείς, σε εκπαιδευτικούς, στην κοινωνία γενικότερα;

Verba volant, scripta manent! Πάντα μου άρεσε να γράφω και η εμφάνιση των ιστολογίων μου πρόσφερε τη δυνατότητα να διατηρώ «ζωντανά» τα κείμενά μου. Ουσιαστικά τα ιστολόγια αυτά έγιναν τα ηλεκτρονικά αποθετήρια της φωνής μου. Το πρώτο ιστολόγιο το δημιούργησα το 2007 και περιλαμβάνει παιδαγωγικά μου κείμενα, καθώς και ενδεικτικό υλικό προς αξιοποίηση. Το υλικό είναι ελεύθερα προσβάσιμο και φυσικά δωρεάν, αφού θεωρώ μη ηθική κι αντιδεοντολογική την πώληση διδακτικών φύλλων εργασίας. Το δεύτερο ιστολόγιο δημιουργήθηκε το 2014 και είναι το πρώτο στον ελληνικό χώρο που ασχολείται αποκλειστικά με το θέμα της Παιδείας στα Μέσα.

Το SkalaTimes θα ξεκινήσει να αναδημοσιεύει κείμενα σου από το blog σου (βάζοντας βέβαια πάντα την πηγή) και σε ευχαριστούμε για την άδεια που μας έχεις δώσει. Πιστεύεις πως ένα κείμενο, ένα βιβλίο, μια κουβέντα, μπορεί να κάνει κάποιο να δει τον κόσμο ή ένα συγκεκριμένο θέμα διαφορετικά ή τουλάχιστον να το μελετήσει;

Ο σύγχρονος άνθρωπος καταναλώνει τόνους πληροφοριών, μα παραμένει σχετικά κενός από γνώση. Η γνώση απαιτεί προσήλωση, χρόνο και κόπο, στοιχεία που στην εποχή του γρήγορου χρόνου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και της διαρκούς ρευστότητας της μετανεωτερικής περιόδου εκλείπουν. Γύρω μας υπάρχει ένας «θόρυβος» σύντομων, εύπεπτων, αποσπασματικών και συμπερασματικών πληροφοριών, οι οποίες αποπροσανατολίζουν. Δημιουργούν τη ψευδαίσθηση της πνευματικής πληρότητας, εντούτοις, σχεδόν τίποτα δεν παραμένει εσωτερικά και αναπτύσσει το μυαλό μας. Κατά συνέπεια, χρειαζόμαστε επειγόντως το ασφαλές καταφύγιο του καλογραμμένου κειμένου, του ποιοτικού βιβλίου, της σοφής κουβέντας.

Συχνά γίνεται λόγος για το Φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ποια τρία βασικά χαρακτηριστικά το κάνουν να υπερέχει και τι θα μπορούσε με ευκολία να υιοθετήσει και η Κύπρος;

Η Φινλανδία πήρε μία γενναία κι ευφυέστατη απόφαση να επενδύσει στο νέο σχολείο, το επονομαζόμενο «peruskoulu», σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε τις δεκαετίες του ’70 και ’90. Ομολογουμένως, οι εκπαιδευτικές πραγματικότητες των δύο χωρών απέχουν παρασάγγας. Τα μαθήματα από τη Φινλανδία είναι πολλά, ωστόσο εάν πρέπει να επιλέξω τρία θα επέλεγα αυτά: Πρώτον, την προσήλωση στην αρχή του μινιμαλισμού «less is more». Στη Φινλανδία τα παιδιά έχουν λιγότερη διδασκαλία, λιγότερα τεστ, λιγότερη κατ’ οίκον εργασία και περισσότερη μάθηση. Ο χρόνος του μαθήματος είναι αργός και ποιοτικός, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τον γρήγορο χρόνο της κατανάλωσης σχολικής γνώσης και των άμεσων αποτελεσμάτων. Στη Φινλανδία τα παιδιά έχουν περισσότερο χρόνο να παίξουν και να μάθουν κι εντέλει να ζήσουν ως παιδιά.
Δεύτερον, ο σεβασμός στον εκπαιδευτικό είναι δεδομένος. Το ίδιο και η αυτονομία του. Στη Φινλανδία οι εκπαιδευτικοί χαίρουν εκτίμησης και αφήνονται, χωρίς επιθεωρητισμό και λογοδότηση, να σχεδιάζουν τα μαθησιακά περιβάλλοντα που οι ίδιοι αποφασίζουν.
Και τέλος, τα παιδιά διδάσκονται με σύγχρονες μεθόδους και γραμματισμούς, όπως για παράδειγμα τον γραμματισμό στα Μέσα (Media Literacy). Μαθαίνουν, δηλαδή, αυτά που πραγματικά χρειάζονται για το παρόν και το μέλλον.

«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο» είχε πει ο Αδαμάντιος Κοραής κάποτε γύρω στο 1800. Γιατί μια χώρα μέλος της ΕΕ, όπως η Κύπρος, εν έτει 2020, δεν έχει ακόμη εμπεδώσει κάτι τέτοιο;

Μήπως επειδή δεν υπάρχει πραγματική επίσημη βούληση για επένδυση στην Παιδεία; Μήπως επειδή προτιμάμε να «επενδύουμε» στη σπέκουλα με μεθόδους που αποφέρουν άμεσο χειροπιαστό κέρδος, σε αντίθεση με την Παιδεία που οι καρποί της χρειάζονται βάθος χρόνου; Μήπως παίζει ρόλο το γεγονός ότι δεν περάσαμε σαν λαός το ιστορικό στάδιο του Διαφωτισμού κι ο ορθολογισμός ακόμα δεν θεωρείται αυτονόητος; Μήπως επειδή η Παιδεία διαχρονικά αποτελεί πεδίο κομματικών/ιδεολογικών ανταγωνισμών με αποτέλεσμα ένα συνεχές ράβε-ξήλωνε και τανάπαλι; Ομολογουμένως οι λόγοι είναι πολλοί. Σε κάθε περίπτωση, χώρα που δεν στηρίζει την εκπαίδευση έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις. Όπως το θέτει κι ο Πάουλο Φρέιρε: «Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς να καλλιεργεί την κουλτούρα της, την επιστήμη, την έρευνα, την τεχνολογία και τη διδασκαλία. Κι όλα αυτά αρχίζουν στο δημοτικό σχολείο.»

Από που ξεκινάει το πρόβλημα και ποιοι παράγοντες αποτελούν κομμάτια του παζλ που αφήνουν πίσω την καλύτερη λειτουργία των δημόσιων σχολείων μας στη Κύπρο, σήμερα;

Ο Ντέιβιντ Μπάκινγχαμ σημειώνει πολύ εύστοχα: «Το σχολείο βαδίζει αμετάκλητα προς τα πίσω, υποχωρώντας από την αβεβαιότητα της σύγχρονης κοινωνικής αλλαγής προς τη φαινομενικά ανακουφιστική σταθερότητα του νέου “εκπαιδευτικού φονταμενταλισμού”». Πορευόμαστε, λοιπόν, στο μέλλον με την όπισθεν. Είναι σαφές ότι η πορεία που ακολουθεί το σχολείο την τελευταία δεκαετία είναι η λεγόμενη «back to basics». Πρόκειται για μία συντηρητική τάση που επιθυμεί να επαναφέρει την εστίαση στα παραδοσιακά γνωστικά αντικείμενα και στις διαχρονικές μεγάλες αφηγήσεις, υποτιμώντας την αξία, κυρίως, των ανθρωπιστικών σπουδών και των τεχνών. Ταυτόχρονα, χωρίς να εμπιστεύεται τους εκπαιδευτικούς, προωθεί αυξημένο κεντρικό έλεγχο, όχι μόνο του τι διδάσκεται, αλλά και του πώς διδάσκεται. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις, το μεγαλύτερο εμπόδιο στην άνθιση των σχολείων μας, έγκειται στην κατεύθυνση που η επίσημη αρμόδια αρχή επιθυμεί κι επιδιώκει να δώσει στην εκπαίδευση του τόπου. Υπάρχουν, αναμφίβολα, κι άλλοι παράγοντες -όπως η εμφιλοχώρηση οικονομικών κύκλων στα της Παιδείας, η μαζική απαξίωση των εκπαιδευτικών, ο παρεμβατισμός και η καταγγελτική κουλτούρα, η πεπαλαιωμένη υλικοτεχνική υποδομή κ.ά.- όμως, εάν δούμε την μεγάλη εικόνα, όλα αποτελούν συνέπειες της προαναφερθείσας κατεύθυνσης, η οποία χαράζεται κεντρικά. Να σημειώσουμε, βέβαια, ότι το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε πάρα πολλές χώρες κι όχι μόνο στην Κύπρο και είναι ασφαλώς αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικοοικονομικών εξελίξεων και των δογμάτων που επιβάλλουν.

Διάβασα στο προσωπικό σου λογαριασμό στο facebook κάποια λόγια του Paulo Freire. «Ο εκπαιδευτικός δεν σωπαίνει απέναντι στην κοινωνική διαμάχη. Δεν παραμένει ουδέτερος. Γίνεται παράδειγμα δημοκρατικής σκέψης για να μάθουν κι οι μαθητές να κάνουν το ίδιο. Καταγγέλλει τις καταπιεστικές δομές και εργάζεται ενάντια στην κυρίαρχη ιδεολογία. Επιτελεί το ιστορικό του καθήκον διεκδικώντας ενεργό ρόλο στην κοινωνία»……

Ο Φρέιρε αναφέρεται στον δάσκαλο ως «απελευθερωτή», ο οποίος θα βοηθήσει τα παιδιά να αντιληφθούν την κοινωνική πλοκή και τις σχέσεις εξουσίας που ενυπάρχουν, ώστε να αποκτήσουν φωνή και να διεκδικήσουν ενεργά το μέλλον τους. Ο δάσκαλος του Φρέιρε δεν είναι ένας παθητικός χειραγωγημένος υπάλληλος, μα ένας επαγγελματίας που αγωνίζεται και για κοινωνική δικαιοσύνη και περαιτέρω εκδημοκρατισμό. Κοντολογίς, η διδασκαλία δεν είναι μόνο γνωσιολογική δραστηριότητα, αλλά και βαθύτατα πολιτική. Ανέκαθεν ήταν. Υπ’ αυτό το πρίσμα, γίνεται αντιληπτός ο κρίσιμος ρόλος του δασκάλου σε κάθε δημοκρατική κοινωνία και η ανάγκη υποστήριξής του. Ταυτόχρονα, όμως,ο εκπαιδευτικός είναι άνθρωπος όπως όλοι οι άνθρωποι. Δεν είναι υπερήρωας, παρόλο που εναποθέτονται πάνω του όλες οι προσδοκίες κι ελπίδες της κοινωνίας -ενώ ταυτόχρονα και παραδόξως κατηγορείται για όλα τα δεινά της.

Ακούμε (ευτυχώς όχι συχνά) και βλέπουμε να δημοσιοποιούνται, ειδήσεις για εκπαιδευτικούς που συμπεριφέρονται λάθος απέναντι στα παιδιά. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει αξιολόγηση για την ψυχολογική (πρωτίστως) κατάσταση των διορισμένων εκπαιδευτικών; Υπάρχει;

Για τέτοια περιστατικά υπάρχουν επίσημες διαδικασίες που προβλέπονται από τους εκπαιδευτικούς κανονισμούς και τη νομοθεσία κι ασφαλώς εφαρμόζονται. Είναι σημαντικό, όμως, να σημειωθεί ότι πολλές τέτοιες ειδήσεις βρίθουν ανακριβειών, δραματοποίησης, υπερβολών, μονομέρειας κι ενίοτε καταφανών ψευδών. Κατασκευάζονται με σκοπό τη μεγιστοποίηση της επισκεψιμότητας και συνακόλουθα του κέρδους (βλ. clickbait), παρά για την αμερόληπτη παρουσίαση του ζητήματος. Εξ αυτού πολλές τέτοιες υποτιθέμενες ειδήσεις έχουν στηλιτευτεί με επίσημες αποφάσεις της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Κατά συνέπεια, τίθεται το εξής ερώτημα: δεν θα έπρεπε να απαιτούμε έντιμη δημοσιογραφία με αυστηρή προσήλωση στον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας;

Σήμερα τα σχολεία μας αντιμετωπίζουν ελλείψεις εκπαιδευτικών ψυχολόγων ενώ τα προβλήματα των παιδιών λόγω και της «μοντέρνας εποχής» που διανύουμε είναι αυξημένα. Δεν θα έπρεπε οι εκπαιδευτικοί να διεκδικούν ό,τι καλύτερο για τα παιδιά και να ξεσηκώνονται για θέματα όπως πχ η έλλειψη εκπαιδευτικών ψυχολόγων;

Φρονώ πως οι εκπαιδευτικοί την τελευταία δεκαετία είναι μονίμως ξεσηκωμένοι, αφού καλούνται να επιβιώσουν σ’ έναν ασφυκτικό κλοιό πιέσεων που τους προκαλεί ανυπολόγιστο ψυχικό κάματο. Ασφαλώς και παρατηρείται έλλειψη εκπαιδευτικών ψυχολόγων, γενικών εκπαιδευτικών και άλλων ειδικοτήτων, αφού οι ανάγκες για συναισθηματική και μαθησιακή στήριξη των παιδιών είναι υπαρκτές και πολλές. Πέραν τούτων, οι εκπαιδευτικοί διεκδικούν ανθρώπινες κλιματολογικές συνθήκες διεξαγωγής του μαθήματος, αισθητική αναβάθμιση των σχολικών κτηρίων, μείωση της ύλης, έγκαιρη στελέχωση, εκσυγχρονισμό του πεπαλαιωμένου τεχνολογικού εξοπλισμού, ενίσχυση της παιδαγωγικής αυτονομίας, εισαγωγή σύγχρονων γραμματισμών και διδακτικών μεθοδολογιών, αξιοπρεπή αντιμετώπιση, ώρες και προγράμματα για στήριξη των παιδιών που χρειάζονται εξατομικευμένη μαθησιακή ή και συναισθηματική φροντίδα, καθώς και των παιδιών από άλλες χώρες κ.λπ. Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος και δυστυχώς κάθε χρόνο ανακυκλώνεται. Προς επίρρωση της προαναφερθείσας παιδαγωγικής έγνοιας, υπάρχει σημαντικός όγκος δημόσιας αρθρογραφίας που μπορεί να ανατρέξει κανείς, πληθώρα συνεδρίων, παρεμβάσεις προς το Υπουργείο Παιδείας με εισηγήσεις κι αιτήματα για ουσιαστική βελτίωση των σχολείων κ.λπ.. Παρόλα αυτά, να μη λησμονούμε ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από τους εκπαιδευτικούς. Οποιαδήποτε αλλαγή στην εκπαίδευση είναι προϊόν πολιτικής βούλησης. Σε τελική ανάλυση, αυτό που πρέπει να εξετάσουμε δεν είναι αν οι εκπαιδευτικοί ξεσηκώνονται ή όχι, αλλά ποια ιδεολογία κι εκπαιδευτική φιλοσοφία ενστερνίζεται η πολιτική -κι εσχάτως οικονομική- ελίτ που λαμβάνει κι επιβάλλει τις αποφάσεις για τα σχολεία.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η δημόσια παιδεία κατά τη γνώμη σου;

Η ασφαλειοποίηση. Εάν κάνουμε ένα βήμα πίσω και παρατηρήσουμε τη θεματολογία της δημόσιας συζήτησης για τα σχολεία θα συνειδητοποιήσουμε ότι μονοπωλείται από θέματα που άπτονται της ασφάλειας και προστασίας -κι όχι θέματα παιδαγωγικά. Το όραμα για ένα ελεύθερο, δημιουργικό και δημοκρατικό σχολείο, αντικαθίσταται από ένα σχολείο που εκπίπτει σε ίδρυμα παρέχοντας, πρώτα και πάνω απ’ όλα, προστασία. Τα σχολεία ολοένα και περισσότερο μοιάζουν με φυλακές -κι όχι μόνο αρχιτεκτονικά. Το δημιουργικό ρίσκο, η επιφύλαξη μιας «ελευθερότητας» δυνατοτήτων και του αβέβαιου σχετικά με την καθημερινή πορεία, παράγοντες θεμελιώδεις για τη μαθησιακή διαδικασία και την παιδαγωγική μέθεξη σταδιακά εξαϋλώνονται, δίνοντας τη θέση τους σε «υστερικές φωνές ασφαλειίτιδας». Στο πλαίσιο αυτό, τα θεραπευτικά μέτρα που λαμβάνονται δεν είναι διακριτικά, αλλά ακαριαία και πομπώδη (π.χ. περιφράξεις τύπου κλουβιών, απαγορεύσεις μετακινήσεων, προσκόμματα για δράσεις, μπλοκάρισμα ιστοσελίδων και πλατφόρμων κ.λπ.). Αποσκοπούν στην περιστολή και καταστολή, επιτείνοντας εντέλει την ανασφάλεια και την ανελευθερία αυτών που θεωρητικά προσπαθούν να προστατέψουν. Όπως, άλλωστε, υπογράμμιζε ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, περισσότερα κι αυστηρότερα μέτρα προστασίας, ενισχύουν κι εδραιώνουν την αίσθηση του φόβου, αντί να τον διασκεδάζουν. Συν τοις άλλοις, η απαίτηση περισσότερων μέτρων ασφάλειας αναδεικνύεται ως το πρωταρχικό εκπαιδευτικό πρόταγμα, υποσκελίζοντας τα τόσα παιδαγωγικά αιτήματα που θα έπρεπε να βρίσκονται στην αιχμή. Η ασφάλεια μικρών και μεγάλων είναι αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, ωστόσο είναι αναπόφευκτο πως όσο η ζυγαριά γέρνει προς την ασφάλεια -και μάλιστα άτεγκτα- τόσο λιγότερη ελευθερία παραμένει. Ως εκ τούτου, η προσωπική μου απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι ότι τα τελευταία λίγα χρόνια η ελευθερία μικρών και μεγάλων μέσα στα σχολεία αποψιλώνεται.

Ας περάσουμε στην επικαιρότητα και «στα χρόνια του κορωνοϊου». Ποια η άποψη σου για τα παιδάκια της προδημοτικής και του δημοτικού που θα πηγαίνουν σχολείο με τις μάσκες;

Σύμφωνα με το τελικό πρωτόκολλο η χρήση μάσκας από παιδιά κάτω των 12 ετών δεν είναι υποχρεωτική. Οπωσδήποτε δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο να φοράει κανείς μάσκα, εντούτοις αποτελεί αναγκαίο κακό. Προσωπικά έκανα δώρο πολύχρωμες μάσκες στα παιδιά της τάξης μου για προσωπική τους χρήση.

Γιατί τα περισσότερα δημοτικά σχολεία μας μοιάζουν με άψυχα κτήρια χωρίς χρώμα και χωρίς πράσινο; Τι θα μπορούσε να γίνει; Πόσο και πως θα μπορούσαν οι γονείς να συμβάλουν σε μια προσπάθεια να ομορφύνουν τα δημόσια σχολεία μας στα οποία τα παιδιά περνάνε αρκετό χρόνο;

Δεν υπάρχει σχολική αρχιτεκτονική στην Κύπρο. Ο σχολικός χώρος στην Κύπρο δεν αποτελεί τόπο του παιδιού όπως «είναι», αλλά τόπο για το παιδί όπως «πρέπει να είναι». Με άλλα λόγια, ο σχεδιασμός ενός σχολείου δεν λαμβάνει υπόψη τους ανθρώπους που θα του δώσουν ζωή, καθώς και τη λειτουργία που θα εξυπηρετεί. Μακρόστενα κουτιά που θυμίζουν ιδρύματα βαφτίζονται τάξεις, τεράστιες εκτάσεις με χώμα ή τσιμέντο βαφτίζονται παιδικές αυλές, σκληρά οικοδομικά υλικά χρησιμοποιούνται, ελάχιστο το πράσινο, ξεθωριασμένα χρώματα, απάνθρωπες κλιματολογικές συνθήκες κ.λπ. Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι σχολικοί μας χώροι δεν είναι σχολικοί. Οι γονείς θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν στα αιτήματά τους έναν καλύτερο σχολικό χώρο, έναν χώρο που θα είναι πραγματικός τόπος παιδιού. Ο περιβάλλων χώρος μας επηρεάζει σημαντικά τόσο στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε όσο και στο πώς νιώθουμε. Οπότε, ναι, οι γονείς θα έπρεπε να πρωτοστατούν στην αξιοποίηση της σχολικής -παρά ιδρυματικής- αρχιτεκτονικής για τα σχολεία των παιδιών τους.

Τι όμορφο γίνεται στο χώρο της εκπαίδευσης στη Κύπρο που ίσως να μην το γνωρίζουμε;

Αλήθεια, γίνονται όμορφα πραγματάκια ή όπως συνηθίζω να τα ονομάζω «μικρά εκπαιδευτικά θαύματα». Παραμένουν αθέατα, μιας και είναι μέρος της δουλειάς μας κι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Καταγράφονται μεμονωμένες πρωτοβουλίες ενθουσιωδών δρώντων δασκάλων, που αφορούν τη αναμόρφωση του σχολικού περιβάλλοντος, την εισαγωγή παιδαγωγικών νεωτερισμών, την προστασία του παιδιού κ.λπ. Για παράδειγμα, εν μέσω της πρόσφατης καραντίνας υπήρξε μια έκρηξη δημιουργικότητας από τους εκπαιδευτικούς. Παρατηρήθηκαν μικρές αποκεντρωμένες εκπαιδευτικές ουτοπίες. Εκπαιδευτικοί παρουσίασαν κρυφά ταλέντα, τα οποία ενδεχομένως δεν αξιοποιούνταν όσο θα έπρεπε στο σχολείο (μουσική, θέατρο, τεχνολογία, αφήγηση, κατασκευές κ.λπ.). Οι θετικές ειδήσεις όμως δεν έχουν τόση απήχηση όσο οι αρνητικές εξού και παραμένουν αθέατες.

«Όλες οι προσπάθειες στη διαπαιδαγώγηση θα είναι μάταιες, μέχρι να μάθετε τα παιδιά ν’ αγαπούν τα πουλιά, τα λιβάδια και τα λουλούδια», διάβασα κάπου… Το Σχολείο της Φύσης (ΣΤΦ) υιοθετεί την Παιδαγωγική του Δάσους, που πρωτοεμφανίστηκε στη Σουηδία στα τέλη του 19ου αιώνα και εδραιώθηκε στη Δανία με την πρώτη λειτουργία «Νηπιαγωγείου του Δάσους» στα μέσα του 20ου αιώνα. Ποια η γνώμη σου για το σχολείο της φύσης, υπάρχει κάτι τέτοιο και στη Κύπρο;

Ως δάσκαλοι θα θέλαμε πολύ να είχαμε και να υπηρετούσαμε σε τέτοια σχολεία. Διαβάζουμε γι’ αυτά και ζηλεύουμε. Το γεγονός ότι δεν έχουμε στην Κύπρο σχολεία τύπου Φρενέ, Σάμερχιλ, Μοντεσόρι, Ρέτζιο Εμίλια, Μικρό Δέντρο κ.λπ. είναι προβληματικό. Κάποια στιγμή θα πρέπει να ανοίξει κι αυτή η συζήτηση: γιατί επιμένουμε σε ένα πεπαλαιωμένο συντηρητικό και υλοκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα, ενώ αρνούμαστε πεισματικά να θεσμοθετήσουμε καλές πρακτικές από τα διάφορα παιδοκεντρικά συστήματα του εξωτερικού;

Ο Λέο Μπουσκάλια σε ένα καταπληκτικό βιβλίο του με τίτλο «Η Αγάπη» γράφει: «Η μόρφωση θα έπρεπε να είναι η διαδικασία να βοηθάμε τον καθένα να ανακαλύψει τη μοναδικότητα του, να τον διδάξουμε πώς να αναπτύσσει αυτή τη μοναδικότητα, κι ύστερα να του διδάξουμε πώς να τη μοιραζόμαστε». Το εκπαιδευτικό μας σύστημα σήμερα βοηθάει τα παιδιά να ανακαλύψουν τη μοναδικότητα τους ή τα θέλουμε όλα το ίδιο;

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα και κυρίως η κυρίαρχη κοινωνική κουλτούρα ευνοεί την τυποποίηση. Ευνοεί παρόμοιες συμπεριφορές, εμφανίσεις, αποκρίσεις. Έτοιμες απαντήσεις από τη δεξαμενή της σχολικής γνώσης. Ή από τις σχολικά ορθές που έχει στον νου του ο δάσκαλος. Μια απέραντη ομοιομορφία: ίδια κτήρια, ίδια στολή, ίδια ύλη, ίδιες αποκρίσεις, ίδια συμπεριφορά… Δεν υπάρχει επαρκής αυτονομία για τον δάσκαλο και σχεδόν καθόλου για το παιδί για να πορευθεί με αυτοπεποίθηση. Μολαταύτα, κάθε δάσκαλος διεξάγει καθημερινά έναν αγώνα να ανατρέψει αυτή την εικόνα.

Αντώνη, ως πατέρας και ως δάσκαλος τι θα ήθελες να δεις να αλλάζει στον τόπο μας, όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά γενικότερα;

Νιώθω να επικρατεί μια ανθρωπέμεση στον τόπο αυτό. Δεν δεχόμαστε εύκολα το νέο και διαφορετικό. Κάτι μας κρατάει πίσω, ενώ ο κόσμος προχωράει. Σε κάθε καινοτόμα πρωτοβουλία υψώνεται ένα απροσπέλαστο τείχος. Απέναντι στις θετικές υπερβάσεις αισθανόμαστε φθόνο. Βασιλεύει η μετριότητα. Σάμπως κι ένα πέπλο ομοιομορφίας μας περιβάλλει, το οποίο μας περιορίζει -εάν όχι ευνουχίζει. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, το νέο, το διαφορετικό, το ξεχωριστό. Χρειαζόμαστε μια εντελώς φρέσκια ενατένιση των πραγμάτων. Και να μην αποποιούμαστε ποτέ την ευθύνη να έχουμε έναν Εαυτό -και μάλιστα διαφορετικό. Αυτό θα ήθελα να δω και τούτη τη νουθεσία δίνω στην κόρη μου και τους μαθητές μου. Να είναι διαφορετικοί.

Σε ευχαριστούμε για τη συνέντευξη και ευχόμαστε να τα ξαναπούμε, διότι το κομμάτι εκπαίδευση και δημόσια παιδεία δεν τελειώνει…

Εγώ σας ευχαριστώ εκ βαθέων για το ενδιαφέρον που αποδεδειγμένα δείχνετε για την εκπαίδευση του τόπου και ταυτόχρονα σας συγχαίρω για το ήθος και το δημοσιογραφικό επίπεδο που διατηρείτε.

Πηγή: SkalaTimes

Read more...

Για την Ελλάδα...

Του Αντώνη Ζαρίντα

Περί οικονομίας 

Ενδεχομένως, όταν ο Adam Smith διατύπωνε στο 18ο αιώνα την άποψή του περί «αόρατου χεριού» που ρυθμίζει την οικονομική ζωή, δεν θα λογάριαζε ότι μετά από 250 περίπου χρόνια θα γινόταν κάτι παραπάνω από ορατό και αισθητό, στραγγαλίζοντας ολόκληρους λαούς. Ούτε, ότι θα έμοιαζε με την προέκταση ενός στυγνού δολοφόνου, σκοτώνοντας, θαρρείς, την ίδια την αξιοπρέπεια. 

Ο νεοφιλελευθερισμός, υπό το μότο «μικρότερα κράτη – μεγαλύτερες αγορές», οδήγησε την ανθρωπότητα στη δίνη της οικονομικής καταστροφής. Οι συστημικές του αδυναμίες αποσιωπήθηκαν, χρεώνοντας ρητά την αποτυχία του σε ολάκερες χώρες και λαούς, χαρακτηρίζοντάς τες ως εκ της φύσεώς τους προβληματικές. Η εύκολη λύση ενός εγωκεντρικού και αλαζονικού συστήματος.

Η Ελλάδα βρέθηκε εγκλωβισμένη ανάμεσα στην παθογένεια του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, στην πολιτική ατολμία και ανευθυνότητα και στους εξωτερικούς εκβιασμούς των πιστωτών, του ΔΝΤ, της ΕΚΤ. Υιοθέτησε, με το πιστόλι στον κρόταφο, απάνθρωπα μέτρα με ληστρικούς όρους, τα οποία βαφτίστηκαν ως βοήθεια. Στην ουσία, όμως, «όλα γίνονται, αρκεί να μη χάσουν οι τράπεζες. Και τελικά να μην έχουν κανένα ρίσκο!» (Τσόμσκι, 2011:3).

Συν τοις άλλοις, ο ελληνικός λαός φιμώθηκε, αφού δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει δημοκρατικά την άποψη του. Η περίπτωση της Ελλάδας, με τη βίαιη αναχαίτιση της βούλησης των Πολιτών, είναι, ίσως, ο προάγγελος ενός νέου είδους «δημοκρατίας», αυτής που προωθούν οι «αγορές». Μιας δημοκρατίας μόνο κατ’ όνομα, στο βαθμό που η λήψη αποφάσεων μεταβιβάζεται σε διεθνή κέντρα πέραν απ’ τον έλεγχο του λαού. Πλέον, «η δημοκρατία σε μια χώρα δεν είναι ικανή να αμυνθεί απέναντι στις επιταγές ενός καπιταλισμού που διαπερνά τα εθνικά σύνορα» (Χάμπερμας, 2011:2). Συνεπακόλουθα, αναδύεται μια ολιγαρχία με δημοκρατικό μανδύα. Πράγματι, είναι θλιβερά ειρωνικό η «δημοκρατία των αγορών» να δοκιμάζεται ακόμα και στη χώρα που γέννησε τη «Δημοκρατία των Πολιτών».
Η λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού, όμως, δεν γνωρίζει ιστορία. Ούτε και διαθέτει εθνικά, νομικά, πολιτικά ή άλλα αντανακλαστικά. Συναισθηματικά δε, υστερεί καταφανώς. Κι από μνήμη, κοντόφθαλμη. Ως οικονομικό σύστημα, δεν έχει καμία σχέση με την υπευθυνότητα, αλλά με την ανάπτυξη και την κερδοσκοπία (Hobsbawm[1]). Η μόνη σταθερά είναι το απόλυτο κέρδος που επιτυγχάνεται με κάθε είδους μέσο. 
Η Ελλάδα δεν είναι το θύμα, είναι ένα από τα πρώτα θύματα. Πολλές χώρες θα πάρουν σειρά, αφού ο νεοφιλελευθερισμός επενδύει στις διεφθαρμένες δοσοληψίες και στα επιπόλαια χρέη. Στοιχηματίζει στην οικονομική κατάρρευση χωρών, εφόσον «ό,τι είναι δημόσιο έλλειμμα συνιστά στην ουσία ιδιωτικό πλεόνασμα [….]» (Βεργόπουλος, 1999:36). Στο βαθμό που όλες οι χώρες είναι χρεωμένες, άρα δέσμιες των πιστωτών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δεχθούν κι αυτές οσονούπω εκβιαστικά τελεσίγραφα «διάσωσης».

Τα κέντρα εξουσίας στέλνουν μέσω της Ελλάδας κι ένα μήνυμα στο παγκόσμιο. Ότι αν δεν συμμορφωθούν με τους νέους όρους, θα έχουν κι αυτές τις ίδιες συνέπειες. Όντως, η μέθοδος του «μπαμπούλα» είναι προσφιλής στο νεοφιλελευθερισμό. Τρομοκρατούν τις χώρες ότι εάν δεν αποδεχθούν παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και εθνικών πόρων, δεν θα μπορούν να ελπίζουν σε μια μελλοντική συμμετοχή στην κραιπάλη του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό είναι, όμως, το όραμα; Μια εγωιστική κοινωνία πνιγμένη στην αδηφαγία και στη μεταφυσική της επιθυμία να καταστεί κάποτε συμμέτοχη στην ηδονή; Ο Αλέξης Ντε Τοκβίλ, ένας ανατρεπτικός Γάλλος πολιτικός στοχαστής του 19ου αιώνα, «δεν βλέπει στη διαδικασία αυτήν κανένα σπέρμα προόδου,[…], εκείνο που αποκλειστικά βλέπει είναι θλίψη και κατήφεια» (Κωνσταντακόπουλος, όπως αναφέρεται σε Κονιόρδος, 2009:42). Ακόμη, «δεν κρύβει τον αποτροπιασμό του για μια κοινωνία που γενικεύει το πάθος για υλικά αγαθά αφήνοντας κατά μέρος τη δόξα και το μεγαλείο του ανθρώπινου είδους» (Κωνσταντακόπουλος, όπως αναφέρεται σε Κονιόρδος, 2009:44). Πράγματι, το ατέρμονο κυνήγι του πλουτισμού προκαλεί μία αίσθηση επίπλαστης ευτυχίας, όμοιας με τη δυστυχία. Όμως, η απόλαυση των ηδονών του καπιταλισμού δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στους Έλληνες. Η Ελλάδα ουδέποτε απολάμβανε – στο βαθμό που άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες απολαμβάνουν – τους σαγηνευτικούς καρπούς των ανοικτών αγορών. «Η λατρεία του χρήματος, ο φετιχισμός, η φιλαργυρία, η τοκογλυφία, η χρυσοφιλία, ως κοινωνικοί νόσοι, υπάρχουν από αρχαιοτάτων χρόνων[….]» (Βεργόπουλος, 1999:50) και δεν αποτελούν ελληνική ιδιοκτησία. 

Εν κατακλείδι, ο φονταμενταλιστικός νεοφιλελευθερισμός φαντάζει να μην έχει μέλλον, εφόσον συγκρούεται με τους Πολίτες. Η παγκόσμια εμφάνιση κοινωνικών κινημάτων υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, είναι απόδειξη ότι οι Πολίτες δεν κρύβονται στην κρίση, τουναντίον, την παλεύουν. Συνεπώς, η συμπαράσταση στην Ελλάδα, δεν έχει να κάνει με εθνικά κριτήρια. Είναι, πρωτίστως, μια τρανή αποδοκιμασία του παγκόσμιου διεφθαρμένου πολιτικοοικονομικού συστήματος, ένα χαστούκι στις «αγορές». Ένα μήνυμα ότι οι Πολίτες είναι πρώτα Άνθρωποι και μια υπενθύμιση ότι, παρόλη τη σήψη, υφίσταται ακόμη αλληλεγγύη. 

Η Ελλάδα δεν ζητά βοήθεια οργανισμών, ζητά συμπόρευση Πολιτών. Στο γαλάζιο της Ελλάδας ας καθρεφτιστούν οι πόθοι ολάκερης της οικουμένης για Ανθρωπιά και Δημοκρατία. Το κρυστάλλινο νερό της Ελλάδας, ας γίνει χείμαρρος ξεπλένοντας τις ανομίες και ποτίζοντας τις ελπίδες του κόσμου όλου!



Περί στερεοτύπων 


Η παρατήρηση του Τοκβίλ, ότι «στις δημοκρατικές κοινωνίες η πνευματική τυραννία παίρνει τη μορφή της κοινής γνώμης»[2] (Κωνσταντακόπουλος, όπως αναφέρεται σε Κονιόρδος, 2009:48), φαίνεται να επαληθεύεται στις μέρες μας, αφού η παγκόσμια κοινή γνώμη έχει θέσει την Ελλάδα στο στόχαστρο. Με τη χρήση υπεραπλουστευμένων εικόνων, λαϊκίστικων λόγων και αυθαιρέτων συμπερασμάτων, δημιούργησε μια στερεοτυπική και αναληθή εικόνα για την Ελλάδα. Οι Έλληνες, ένας λαός με ιστορία και περηφάνια, διασύρεται ανά το παγκόσμιο ως το μποέμικο παιδί. Ως ο αδύναμος κρίκος ενός παγκόσμιου συστήματος που δεν ήταν «άξιο» μέλος. Παρουσιάζεται ως η εξαίρεση που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τις υπόλοιπες χώρες στην «πρόοδο», αλλά με τα λάθη της θέτει τις παγκόσμιες ισορροπίες σε κίνδυνο. Καθόλου τυχαίο, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι απολογητές του νεοφιλελευθερισμού μετακυλούν τις τεράστιες ευθύνες τους στον απλό κόσμο, προσπαθώντας να τον πείσουν ότι πάσχει εγγενώς.

Αποτελεί, όμως, ψυχολογικό αξίωμα ότι το «πρόβλημα» δεν αποτελεί ιδιοκτησία του ενός, αλλά είναι συνιδιοκτησία. Όλα τα διακυβεύματα είναι μέρη ενός ευρύτερου όλου. Συνεπώς, τα προβλήματα δεν είναι, κατ’ ανάγκη, απότοκα μεμονωμένων δυσλειτουργιών ή ατομικών ελλειμμάτων, αλλά προκύπτουν μέσα από πλέγματα σχέσεων, πράξεων, παραλείψεων, ακόμα και εκβιασμών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, τα προβλήματα της Ελλάδας δεν μπορούν παρά να προσεγγιστούν ως παρεπόμενα διεθνών πολιτικοοικονομικών διεργασιών. Εξάλλου, πώς μπορεί κάποιος να επιμένει για αποκλειστικά εντόπια προβλήματα, στο βαθμό που οι πολιτικοοικονομικές εξελίξεις τεκταίνονται σε παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον;

Η Ελλάδα, ίσως αποτελεί εξαίρεση ως προς τη δυνατότητά της να διαχειριστεί δημοκρατικά και αυτόβουλα την κρίση. Αντ’ αυτού, αφοπλίστηκε, αφού της στερήθηκε το δικαίωμα να υποστηρίξει ότι τα χρέη της ήταν απεχθή (π.χ. ΗΠΑ για Ιράκ[3]), ή να διενεργήσει δημοψηφίσματα (π.χ. Ισλανδία[4]), ή ακόμη, να αποπέμψει το ΔΝΤ (π.χ. Ισημερινός[5]). Προφανώς, δεν ήταν τόσο θύμα των δικών της αδυναμιών, όσο εξωτερικών εκβιασμών. «Ταυτόχρονα οι πολυεθνικές οργανώσεις έγιναν ισχυροί ανταγωνιστές του εθνικού κράτους» (Χάμπερμας, 2003:115) με την Goldman Sachs, τη Siemens κ.ά. να συμπεριφέρονται ως σκιώδεις κυβερνήσεις. Συνεπώς, πώς νομιμοποιούνται τα διάφορα στερεότυπα περί εγγενών αδυναμιών των Ελλήνων, στο βαθμό που στα κράτη «[…]το χρήμα υποκαθιστά την εξουσία» (Χάμπερμας, 2003:115), παραμερίζοντας τους πολίτες;

Στις επιθέσεις κατά της Ελλάδας που αγγίζουν ακόμη και τα όρια του ρατσισμού, η Ευρώπη παραμένει απούσα. Η γνωστή ρήση του Ζαν Μοννέ «Ενώνουμε λαούς, όχι κράτη», φαντάζει ρομαντική στη σημερινή αποκαρδιωτική εποχή. Εξήντα χρόνια μετά, η ΕΕ μοιάζει να είναι μοιρασμένη στα δυο: στους «Πατρικίους» και στους «Πληβείους». Ο Μάνος Χατζιδάκις το διέγνωσε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90:

Κοιτάχτε, ετοιμαζόμαστε για μία άλλου είδους σκλαβιά τώρα. Η ευρωπαϊκή ενότητα, τί νόμισες, ότι είναι; Είμαστε πραγματικά ένα κράτος με δύναμη, ώστε να μπορέσουμε να επιβάλουμε απόψεις; Θα γίνουμε μία επαρχία, στην οποία θα μας διοικεί η Ευρώπη και θα έχουμε μία ψευδαίσθηση, ότι συνδιοικούμεθα στην Ευρώπη. Λοιπόν, αυτή δεν είναι μία σκλαβιά; [….] Αλλά βέβαια ο τόπος μας προχωράει πάντα με τις εξαιρέσεις του, έτσι θα προχωρήσουμε και στο μέλλον[6].

Όπως ο τόπος προχωράει πάντα με τις εξαιρέσεις του, έτσι και η Ελλάδα θα προχωρήσει, όντας εξαίρεση. Ναι, η Ελλάδα είναι εξαίρεση, ως προς τη διαχρονική της πίστη στις οικουμενικές αξίες της Ελευθερίας και Δημοκρατίας. Ως προς την Αξιοπρέπεια που τη χαρακτηρίζει. Ως προς τα πνευματικά κληροδοτήματα που προσφέρει στην ανθρωπότητα. Ναι, η Ελλάδα, είναι η θετική εξαίρεση!



Περί πολιτισμού


Την ώρα που στο χρηματιστήριο της οικονομικής αδηφαγίας, η Ελλάδα κατατάσσεται ως «σκουπίδι», σ’ αυτό του πολιτισμού, η μετοχή της παραμένει ανεκτίμητη. Πρόκειται για μια αναλλοίωτη αξία που δεν μετριέται με νομισματικά κριτήρια. Ούτε μπορεί να υποβαθμιστεί, να υποτιμηθεί, να αγνοηθεί. Αυτή τη στιγμή, η ανθρωπότητα δεν στερείται αγορών. Στερείται Δημοκρατίας, στερείται Πολιτισμού. Συνεπώς, ένας αναστοχασμός πάνω στο τι σημαίνει Ελλάδα, είναι απαραίτητος όσο ποτέ άλλοτε. 

Αναμφίβολα, ο πολιτισμός είναι η κορωνίδα της παγκόσμιας προσφοράς της Ελλάδας, αφού αποτελεί κτήμα όλων των ανθρώπων. Δεν παραμένει εντόπια εγκλωβισμένος μέσα σ’ ένα πέπλο απομονωτικής αυτάρκειας και αρχαιολατρίας, τουναντίον, αποτελεί το βασικότερο κόμβο που διασταυρώνεται κάθε πνευματική διεργασία στο παγκόσμιο. Η καθημερινή επίκληση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας είναι ένα από τα σημαντικότερα κληροδοτήματα της Ελλάδας. 

Ο ελληνικός πολιτισμός δεν λειτούργησε ποτέ στατικά και μονολιθικά. Ως βαθιά εξωστρεφής, απευθύνθηκε προς την οικουμένη και συναντήθηκε με τις πνευματικές αναζητήσεις των ανθρώπων του κόσμου όλου. Επηρέασε καθοριστικά όσους ασχολούνται με την τέχνη. Ενώθηκε με διάφορες γλώσσες, «γεννώντας» νέες οπτικές των πραγμάτων. Πρόσφερε στην επιστήμη το «πρωτόγαλα», δίνοντάς της νόημα. Συμπορεύθηκε με λαούς που διψούσαν για δημοκρατία. Εν ολίγοις, συναναστράφηκε με κάθε είδους έκφανση Ζωής. 

Συνεπακόλουθα, δεν ιδιωτικοποιείται. Αντιθέτως, μεταλαμπαδεύεται διαχρονικά από γενιά σε γενιά, και κοινωνικοποιείται καθημερινά σε κάθε γωνιά της Γης. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το να βάλλει κανείς λυσσαλέα την Ελλάδα, είναι ωσάν να βάλλει ένα κομμάτι του εαυτού του. Το κομμάτι της Παιδείας του, του Είναι του, του πιο ωραίου του κομματιού. 

Η Ελλάδα, μια χώρα με τόσο βαθιές ρίζες και τεράστια συμβολή στον παγκόσμιο πολιτισμό, δεν μπορεί παρά να βρίσκει αλληλέγγυους τους απανταχού ανυπότακτους των επιταγών της νέας χρηματιστικής «ορθοδοξίας». Όσους πιστεύουν ότι οι σειρήνες του νεοπλουτισμού, παρόλο που εκτροχίασαν την ανθρωπότητα, δεν μπορούν να επιφέρουν το τέλος του Ανθρώπου και των Αξιών. Η Ελλάδα, με την οικουμενική συμπαράσταση μπορεί, διότι έχει ιστορία και πολιτισμό. Η Ελλάδα μπορεί, αφού έχει μάνα και πατέρα!


[1] Βλ. συνέντευξη/βίντεο του Eric Hobsbawm στο BBC: http://news.bbc.co.uk/2/hi/programmes/
newsnight/9682626.stm
[2] Κατά τον Τοκβίλ οι άνθρωποι οικειοθελώς υιοθετούν τα κελεύσματα της πλειοψηφίας, θεωρώντας τα αληθοφανή, ένεκα της μαζικής υποστήριξης που τυγχάνουν (Κωνσταντακόπουλος, όπως αναφέρεται σε Κονιόρδος, 2009:48).
[3] Βλ. ντοκιμαντέρ «Χρεοκρατία» http://www.debtocracy.gr/
[4] Βλ. ντοκιμαντέρ «Μαθήματα από τους Βίκινγκς» http://www.exandasdocumentaries.com/
[5] Βλ. ντοκιμαντέρ «Χρεοκρατία» http://www.debtocracy.gr/
[6] Βλ. http://www.youtube.com/watch?v=VrTiHX_QhBQ

Read more...

Οικονομική παγκοσμιοποίηση και κοινωνικό κράτος

Του Αντώνη Ζαρίντα


Η απάντηση στο δίλημμα «περισσότερη ελευθερία ή περισσότερη ισότητα»[1] ενδεχομένως να δόθηκε από την οικονομία. Η παγκόσμια επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού (ορθόδοξου φιλελευθερισμού) έχει επιβάλει ως οικονομική ορθοδοξία την «αρνητική ελευθερία της αγοράς, που λειτουργεί με την ελάχιστη παρέμβαση του κράτους» (Cohn, 2009:134). Συνεπώς, η ελευθερία των αγορών, των ευκαιριών, των τυχοδιωκτισμών προκρίθηκε ως η μέγιστη αξία. Η ασυδοσία θεωρήθηκε ελευθερία και η απληστία ευημερία.

Την ίδια στιγμή, συνεχίζουμε να έχουμε πάντοτε μπροστά στα μάτια μας την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε, όπου εξυμνούνται όλες οι ελευθερίες, και με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση η οικονομική ελευθερία, χωρίς κανείς να ασχολείται (ή ασχολείται μόνο περιθωριακά) με τις ανισότητες που πηγάζουν από αυτήν την αντίληψη […] (Μπόμπιο, 1995:181)

Όντως, η ελευθερία είναι κολοβή στο βαθμό που περιορίζεται στη μεγιστοποίηση του κέρδους πάση θυσία, αγνοώντας τις υπαρκτές ανισότητες που δημιουργεί. Σύμφωνα με τον Rogers (2011) την περίοδο 1980-2010, όπου παρατηρήθηκε παγκόσμια εξάπλωση του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου, η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη ήταν χαμηλότερη της περιόδου 1950-80 και υπήρξε μεγαλύτερη αύξηση των παγκόσμιων κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, με το 20% του πληθυσμού να κρατάει το 84% του παγκόσμιου πλούτου και το 1% να κατέχει πέραν του 20%.

Το σημερινό προβληματικό πολιτικό-οικονομικό σκηνικό διαμορφώθηκε εν πολλοίς μέσω της παγκοσμιοποίησης. Για τον Χάμπερμας η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μια τελική κατάσταση αλλά μια διαδικασία (Χάμπερμας, 2003:101). Μια διαδικασία που διευκολύνει την έκταση και ένταση οποιασδήποτε κυκλοφορίας, επικοινωνίας, ανταλλαγής πέρα από τα γεωγραφικά όρια του κράτους. Η πιο σημαντική παράμετρος είναι αδιαμφισβήτητα η οικονομική παγκοσμιοποίηση που δρα ανεξέλεγκτα στην απουσία ουσιαστικών (δια)κρατικών ρυθμίσεων, υπό το επιχείρημα ότι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις θα επιβαρύνουν τις παγκόσμιες ισορροπίες. Όμως, διά της βίαιης εξάπλωσης των άνομων οικονομιών η υπόσταση και η κυριαρχία των κρατών κλονίζεται.

Απέναντι στην εδαφική βάση του εθνικού κράτους η έκφραση «παγκοσμιοποίηση» θυμίζει την εικόνα φουσκωμένων ποταμών που απειλούν να υπονομεύσουν τους ελέγχους στα σύνορα και να γκρεμίσουν το οικοδόμημα. (Χάμπερμας, 2003:102)

Κατά συνέπεια, η οικονομική παγκοσμιοποίηση δοκιμάζει τα όρια του κράτους φτάνοντας σε σημείο να το υποκαθιστά, αφού σε πολλές περιπτώσεις παγκόσμιοι οικονομικοί κύκλοι λειτουργούν ως σκιώδεις κυβερνήσεις.

Οι εκφραστές της πολιτικής αυτής δεν είναι κάτι ακαθόριστο, παρόλο που αποπροσωποποιούνται στα ΜΜΕ υπό την γενική έννοια «πλούτος» ή «αγορά». Είναι κυρίως μεγάλες τράπεζες και επενδυτικοί όμιλοι σε παγκόσμιο επίπεδο, ασφαλιστικές και πολυεθνικές εταιρείες, διεθνείς οργανισμοί (π.χ. ΔΝΤ, ΟΟΣΑ), συνεπικουρούμενες από νεοφιλελεύθερες πολιτικές απορρύθμισης (με πρωτεργάτες τους Ρέιγκαν και Θάτσερ) και ανάλογη ακαδημαϊκή υποστήριξη. Ο πυρήνας των ενεργειών τους δεν είναι τόσο η ανάπτυξη μέσω επενδύσεων, όσο η θησαύριση μέσω χρηματιστηριακών παιγνίων και ρίσκων, σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα «χρηματιστηριακού δαρβινισμού, όπου ο ισχυρότερος κατισχύει» (Βεργόπουλος, 1999:54). Στην προσπάθειά τους αυτή, έχουν αφοπλίσει το κοινωνικό κράτος που σήμερα στέκεται αμήχανο, αντιλαμβανόμενο πως έχει απολέσει ριψοκίνδυνα τον κυρίαρχο ρόλο του.

Το σύγχρονο κράτος, όπως περιγράφεται απ’ τον Χάμπερμας (2003:97), εδράζεται στους ακόλουθους πυλώνες:

· Μια εδαφική επικράτεια με ανεξάρτητη κυριαρχία

· Εθνικό κράτος συλλογικών ταυτοτήτων

· Διοικητικό κέντρο και φορολογική αρχή

· Δημοκρατικό κράτος δικαίου με κοινωνική υφή


Απαραίτητη συνθήκη είναι η δημοκρατική βούληση και η ουσιαστική εμπλοκή στις αποφάσεις των πολιτών. Οι κραδασμοί, όμως, της οικονομικής παγκοσμιοποίησης στα θεμέλια του δημοκρατικού κράτους δικαίου είναι εμφανείς. Κατ’ αρχάς, η εθνική κυριαρχία έφυγε, εν μέρει, από τα χέρια των πολιτών και εκχωρήθηκε σε οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η ΕΕ, μέσω «ενός ήσυχου πραξικοπήματος των τεχνοκρατών» (Χάμπερμας, 2011). Σήμερα, χωρίς να έχουν ερωτηθεί οι πολίτες, «οι χώρες κυβερνώνται από τις αγορές και η ΕΕ ορίζει τις εθνικές κυβερνήσεις» (Χάμπερμας, 2011). Επιπρόσθετα, οι συλλογικές ταυτότητες που δίνουν υπόσταση σ’ ένα κράτος καταντούν επισφαλείς, αφού δέχονται κατά τον Χάμπερμας (2003:112) την ομοιομορφοποιητική πίεση ενός παγκόσμιου υλικού πολιτισμού με τυποποιημένες καταναλωτικές και ψυχαγωγικές συνήθειες. Επιπλέον, η οικονομική παγκοσμιοποίηση αναχαιτίζει τη φοροεισπρακτική ικανότητα του κράτους λόγω της κινητικότητας κεφαλαίων και συνεπώς, κλονίζει τον αναδιανεμητικό και αναπτυξιακό του ρόλο και το αίσθημα δικαίου των πολιτών. Συνεπακόλουθα, δημιουργείται μια αμείλικτη πολιτικό-οικονομική κατάσταση που αμφισβητεί το λειτουργικό και κοινωνικό ρόλο του κράτους «έχοντας στο μάτι τον αναδιανεμητικό ρόλο του και ιδίως τις κοινωνικές παροχές» (Βεργόπουλος, 1999:65). Υπ’ αυτό το πρίσμα, η κοινωνική συνοχή των σύγχρονων κρατών διασαλεύεται εν μέσω οικονομικής ασυδοσίας, κραυγαλέων εισοδηματικών ανισοτήτων, ανεργίας, αρνητικής ψυχολογίας, πολιτικής διαφθοράς και ανυποληψίας, τεχνοκρατικής χειραγώγησης και δημοκρατικών ελλειμμάτων.

Η οικονομική παγκοσμιοποίηση «καταστρέφει έναν ιστορικό αστερισμό, ο οποίος προσωρινά είχε επιτρέψει το κοινωνικό κράτος ως συμβιβασμό» (Χάμπερμας, 2003:85). Τουτέστιν, το κράτος και η πολιτική, δηλαδή η ανώτατη έκφραση και υλοποίηση της λαϊκής βούλησης, ηττάται ένεκα των συνεχών υποχωρήσεων στη δίνη παγκόσμιων οικονομικών ελιτίστικων κύκλων και πολιτικών εκτροχιασμών. Σήμερα βιώνουμε «[…] ένα «τέλος της πολιτικής», στο οποίο στηρίζει τις ελπίδες του και ο νεοφιλελευθερισμός, που θέλει να αναθέσει όσο γίνεται περισσότερα στις ρυθμιστικές λειτουργίες της αγοράς» (Χάμπερμας, 2003:127). Με μοναδική έγνοια την επανεκλογή τους, οι πολιτικοί έχουν πλήξει την αξιοπιστία, όχι μόνο του ρόλου τους, αλλά και του κράτους ως την κορωνίδα της κοινωνικής ζωής. Στο συλλογικό υποσυνείδητο των κοινωνιών τείνει να εγγραφεί επικίνδυνα η πολιτική απαξία ως εγγενής, ευνοώντας τους τεχνοκράτες και τους οργανισμούς να εμφανίζονται ως οι πλέον ικανοί να «διευθύνουν» κράτη. Η απαξίωση των σύγχρονων πολιτικών ως ατόμων έχει αντίκτυπο στην πολιτική ως αξία. Οι αγορές φαντάζουν ως οι αυτόκλητοι απόλυτοι ρυθμιστές στην απουσία πολιτικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής εγρήγορσης. Όμως, οι αγορές με τους μετόχους δεν κυβερνούν, δεν είναι αυτός ο ρόλος τους. Ο ρόλος τους είναι να υπηρετούν την ανάπτυξη και τη συνολική ευημερία, όχι να υπονομεύουν τη δημοκρατία και τη μοίρα όλων των ανθρώπων.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση αποδεικνύει ότι η υποχώρηση του ρόλου του κράτους (και των πολιτών ως ρυθμιστών της μοίρας τους) εις το όνομα μιας στρεβλής οικονομικής ελευθερίας, επιφέρει καταστρατήγηση πανανθρώπινων δικαιωμάτων και αρχών, ενισχύοντας παγκόσμιες ανισότητες εις βάρος των μη προνομιούχων και προς όφελος μια μικρής πλουτοκρατικής ελίτ. Αναμφισβήτητα, η οικονομική παγκοσμιοποίηση δεν επέφερε την παγκόσμια ευημερία όπως επαγγελόταν. Τουναντίον, ενίσχυσε την παγκόσμια αναταραχή και δυστυχία. Ακόμη, οδήγησε σε «σωρεία επιθέσεων ενάντια σε θεμελιώδεις έννοιες, όπως η εργασία, το κοινωνικό Κράτος, η κοινωνική συνοχή, το δημοκρατικό πολίτευμα, η κοινωνία» (Βεργόπουλος, 1999:41). Πλέον τίθεται εν αμφιβόλω η υποχρέωση του κράτους να αναδιανέμει τους πόρους και να μεριμνά, ώστε να υπάρχει ισονομία, εισοδηματική δικαιοσύνη, πρόνοια προς τους κοινωνικά αποκλεισμένους και δυσπραγούντες. Αυτό που διαμορφώνεται είναι ένα παγκόσμιο ελεύθερο άναρχο πεδίο, όπου όλοι μπορούν δυνητικά να πετύχουν (ή και να αποτύχουν). Επειδή όμως οι συμμετέχοντες σε καμία περίπτωση δεν συναγωνίζονται επί ίσοις όροις, οι υφιστάμενες ανισότητες διαιωνίζονται. Δεν είναι τυχαίο ότι «οι ανισότητες αυξήθηκαν ραγδαία, ιδίως σε χώρες όπου ενσωματώθηκαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές και συμπεριφορές» (Curran, 2011:42).

Η οικονομική παγκοσμιοποίηση εθελοτυφλεί μπροστά στα δημοκρατικά ελλείμματα, στους κοινωνικούς αποκλεισμούς, στις οικονομικές ανισότητες και στην περιβαλλοντική καταστροφή που προκαλεί. Η περιβαλλοντική καταστροφή αποτελεί αναπότρεπτη απειλή όχι μόνο για το υπάρχων σύστημα, αλλά πρωτίστως για τους ανθρώπους που υφίστανται τις συνέπειες της άλογης οικονομικής ανάπτυξης διά της αφαίμαξης των ήδη περιορισμένων πόρων. Εξάλλου «η επέκταση των αγορών σκοντάφτει στα όρια του πλανήτη και η εκμετάλλευση των πόρων στους φραγμούς της φύσης» (Χάμπερμας, 2003:89). Το υφιστάμενο παγκοσμιοποιημένο σύστημα «φαίνεται λιγότερο ικανό να ανταποκριθεί σ’ αυτούς τους «εξωτερικούς» περιορισμούς, παρά στα δικά του «εσωτερικά» προβλήματα» (Rogers, 2011). Εκ των πραγμάτων, μια νέα θεώρηση είναι επιτακτική. Όμως, η αποπαγκοσμιοποίηση ως αντιδραστική ανατροπή της σημερινής κατάστασης φαντάζει εξίσου επικίνδυνη, ωθώντας τα κράτη να επιστρέψουν στην εποχή της εσωστρέφειας, των ψυχρών ανταγωνισμών, των εθνικών ανασφαλειών και αντιπαραθέσεων. Για την πλουτοκρατική χειραφέτηση χρειάζεται μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας, της οικολογίας. Η παγκόσμια συνεργασία κρατών και πολιτών είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επίτευξη της ειρήνης, της προόδου και της επίλυσης των κοινών προβλημάτων που ταλανίζουν όλες σχεδόν τις κοινωνίες. Ενδεχομένως, εάν υπήρχε ένα δομημένο, από τους πολίτες μέσω των κρατών, διεθνές πλαίσιο βασισμένο σε οικουμενικές αρχές, δεν θα έβρισκε πρόσφορο έδαφος η ληστρική κερδοσκοπία να αυτο-επιβληθεί, κατακρημνίζοντας την ανθρωπότητα σε δυστυχία. Πλέον, οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι αρκετές, αλλά χρειάζεται ένα βήμα παραπέρα: αυτό της θεσμοθετημένης παγκόσμιας δικτύωσης και συνεννόησης που να βασίζεται σε διαφανείς δημοκρατικές αρχές και να εδράζεται στη βούληση των πολιτών. Εν ολίγοις, μία συμφωνημένη παγκόσμια χάρτα είναι επιβεβλημένη. Ένας σχεδιασμός παγκόσμιας συνεργασίας από κάτω προς τα πάνω λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και του πλανήτη.

Κατά συνέπεια οι πρώτοι παραλήπτες ενός τέτοιου «προγράμματος» ή προσχεδίου δεν είναι οι κυβερνήσεις, αλλά τα κοινωνικά κινήματα και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, δηλαδή τα ενεργά μέλη μιας κοινωνίας των πολιτών που ξεπερνά τα εθνικά όρια. (Χάμπερμας, 2003:91)

Προς μια νέα κοσμοπολίτικη διάσταση, ο ρόλος των πολιτών καθίσταται κορυφαίος.

Ο Karl Marx είπε «Ο σκοπός δεν είναι μόνο να καταλάβετε τον κόσμο αλλά να τον αλλάξετε». Μια παραλλαγή που πρέπει να θυμάστε είναι ότι αν θέλετε να αλλάξετε τον κόσμο, τότε πρέπει να προσπαθήσετε να τον καταλάβετε. [….] Μπορείτε να μάθετε από τη συμμετοχή. Μπορείτε να μάθετε από τους άλλους. Μπορείτε να μάθετε από τους ανθρώπους που προσπαθείτε να οργανώσετε. (Chomsky, 2011)

Συνεπώς, η μεγάλη πρόκληση είναι η μεταβίβαση της πρωτοκαθεδρίας από τις αγορές στην παγκόσμια κοινωνία των πολιτών, διαμέσου διεθνών δικτύων συνεννόησης δημοκρατικών κρατών δικαίου, μέσα σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που απειλείται άμεσα σε κατάρρευση από ανισότητες και περιβαλλοντικές καταστροφές. Εν κατακλείδι, η ίδια η ιστορία καλεί την παγκοσμιοποίηση να ρυθμιστεί και να εκδημοκρατισθεί.




Βιβλιογραφία

1. Βεργόπουλος Κ. (1999). Παγκοσμιοποίηση. Η μεγάλη χίμαιρα. Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη

2. Γιούργκεν Χάμπερμας (2003). Ο μεταεθνικός αστερισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις

3. Γιούργκεν Χάμπερμας, Habermas, ο τελευταίος Ευρωπαίος, 2011, διαθέσιμο στην ιστοθέση http://www.antinews.gr/2011/11/28/135673/ (1-12-2011)

4. Cohn Τ. (2009). Διεθνής πολιτική οικονομία. Αθήνα: Gutenberg

5. Curran, J. "Οι θεωρήσεις των μέσων επικοινωνίας και του πολιτισμού στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού" στο Παπαθανασόπουλος Στ. (επιμ.) (2011). Τα μέσα επικοινωνίας στον 21ο αι. Αθήνα: Καστανιώτης

6. Μπόμπιο Ν. (1990). Δεξιά και Αριστερά. Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις

7. Noam Chomsky, Occupy The Future, 2011, διαθέσιμο στην ιστοθέση http://inthesetimes.com/article/12206/occupy_the_future/ (20-12-2011)

8. Paul Rogers (2011) "A world in protest" Open democracy




[1] Πρόκειται περί διλήμματος διότι κατά τον Μπόμιο (1995:181) κανένα από τα δύο ιδεώδη δεν μπορεί να πραγματωθεί ως τις ακραίες συνέπειές του χωρίς να περιορίσει την πραγμάτωση του άλλου.


Read more...

Οι ...διαχρονικές "μάγισσες του Σάλεμ"

Σχόλιο για την πρόσφατη επίθεση εναντίον του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας Γ. Κόκκινου


*Κείμενο του Πάνου Δρακόπουλου (εκπαιδευτικού)



“Όσο άρμεγε ο γαλατάς την κατσίκα του,
εγώ κοίταζα γύρω μου,
προσέχοντας όμως κι αυτόν,
γιατί ποτέ δεν ξέρεις τί σου ξημερώνει.”


Άρης Αλεξάνδρου, “ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ”, (σελ. 138)

Η “εθνικοπατριωτική” ρητορεία, που δεν αναγνωρίζει κανένα εχέγγυο αναγνωρισμένης επιστημοσύνης, κοινωνικής κι εκπαιδευτικής προσφοράς, έργου ανοιχτού στο δημόσιο και απροκατάληπτο διάλογο, βρήκε αρκούντως ελκυστικό στόχο για τον “παραθερισμό” της –καλοκαίρι γαρ: τον αναπληρωτή καθηγητή της Ιστορίας και της Διδακτικής της Ιστορίας του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Γιώργο Κόκκινο.

Τα λιβελογραφήματα, που προσφάτως δημοσιεύτηκαν στο “Πρώτο Θέμα της Κυριακής” υπό τους χαρακτηριστικούς του ύφους και του περιεχομένου τούς τίτλους “Η Ρεπούση του Αιγαίου” (5/7/2009, σελ. 44) και “Σάλος για τη ‘Ρεπούση του Αιγαίου’” (12/7/2009, σελ. 46), πέρα από το ότι δυσφημούν το έντυπο που τα ενσωματώνει στην ύλη του και τον δημοσιογράφο που τα υπογράφει, αναμοχλεύουν και αποσαφηνίζουν εκ νέου τις αιτίες εκείνες που στέρησαν από την ελληνική κοινωνία την ευκαιρία να αναστοχαστεί με νηφαλιότητα και πνευματικό θάρρος το παρελθόν της –έπειτα από την απόσυρση του από ορισμένες πλευρές προβληματικού βιβλίου της ΣΤ’ Δημοτικού, το οποίο είχε συνταχθεί από την αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΑΠΘ κα Μ. Ρεπούση και την επιστημονική της ομάδα.

Διότι: με την επιστροφή του παλαιότερου αντίστοιχου εγχειριδίου (πρώτης έκδοσής 1988 και αναθεώρησης 1997, παρακαλώ!), διαμιάς το πλήγμα της “ανιστόρητης ιστορίας” –που κόμιζε ως εκπαιδευτική πρόταση το αποσυρθέν βιβλίο σύμφωνα με τους πολέμιούς του– …επουλώθηκε! Η σχολική ιστορία διασώθηκε, το “όνειδος εις βάρος των παιδιών μας” βρήκε την έξοδο κινδύνου.

Ή μήπως όχι;

Ή μήπως και η διατύπωση ακόμη της αντίθετης κι ανεπιθύμητης “για μας” γνώμης, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων περί της Ιστορίας και της Διδακτικής της, συνιστούν απειλή για την οποία απαιτείται να συντονιστούν σειρήνες κινδύνου υψηλών ντεσιμπέλ;

Τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα του κυριακάτικου “Πρώτου Θέματος” απάντησαν καταφατικά στο συγκεκριμένο καίριο ερώτημα για το πώς οφείλουμε να ομιλούμε δημοσίως για θέματα εκπαιδευτικής –συνεπώς και ιδεολογικής– αιχμής. Δυστυχώς.

Αντιμετωπίζοντας τον εκφραστή του αντίθετου “από μας” πόλου με τεχνάσματα και μηχανισμούς ρητορικής και κατασπίλωσης που παραπέμπουν όχι σε συνομιλητή ή έστω σε φορέα αντιπαράθεσης, αλλά σε μίαν σύγχρονη “μάγισσα του Σάλεμ”, εγκαταλείπουμε κάθε ελπίδα να διαπραγματευτούμε ακόμη και μία –θεμιτή, σπεύδω να διευκρινίσω– “σύγκρουση”, το γονιμότερο, μία σύνθεση ιδεών.

Ο μεσαιωνικών καταβολών ή και ομοειδών αποχρώσεων φόβος, δεν παράγει νέες ιδέες. Αφού τις εντοπίσει στον έξω περίγυρο, τις στοχοποιεί άμεσα, για να τις ποινικοποιήσει έπειτα χάριν της επιβίωσης του –χάριν της συντήρησης και της τελικής του επικράτησης.

Αυτό, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται στη λακωνική κοινή παρέμβασή μας από τους συναδέλφους εκπαιδευτικούς, τον Χάρη Παπακυριακού και την Κατερίνα Βασιλείου, στην εφημερίδα “Ροδιακή ” προσφάτως (15/7/2009): πως η ελευθερία του λόγου δεν είναι περιφραγμένη στα τάχα ενδεδειγμένα όρια του “ακαδημαϊκού ασύλου”. Είναι μέλημα και δικαίωμα. Ιδιωτικό, δημόσιο και γι’ αυτό πολλαπλά σεβαστό.



Συνπογράφουν οι εκπαιδευτικοί: Βασιλείου Κατερίνα, Δρακόπουλος Πάνος, Ζαρίντας Αντώνιος, Μακρόγιαννη Τσαμπίκα, Παπακυριακού Χαρίτων και Χριστοπούλου Κατερίνα.

.................................................................................
Σχετικές δημοσιεύσεις – Πηγές:

Μπελεγρής Ανδρέας, Η Ρεπούση του Αιγαίου, εφημερίδα Πρώτο Θέμα της Κυριακής 5/7/2009
Ματθαίου Σεβαστή, Σπανός Πέτρος, Ράπτης Νικόλαος, Καβαλιέρου Μαρία, Αδικείται κατάφορα από το δημοσίευμα ο καθηγητής Γ. Κόκκινος, εφημερίδα Ροδιακή 8/7/2009

Τρομοκρατικό το δημοσίευμα, Ανοιχτή επιστολή του Φρ. Καλαβάση και του ΔΣ του Συλλόγου ΔΕΠ του Πα/μίου Αιγαίου, Ροδιακή 10/7/2009

Μπελεγρής Ανδρέας, Σάλος για τη “Ρεπούση του Αιγαίου”, εφημερίδα Πρώτο Θέμα της Κυριακής 12/7/2009

Παπακυριακού Χαρίτων, Δρακόπουλος Παναγιώτης, Βασιλείου Κατερίνα, Άδικη επίθεση κατά του καθηγητή Γ. Κόκκινου, εφημερίδα Ροδιακή 15/7/2009

Γουσέτης Διονύσης, Κολοβές ακαδημαϊκές ελευθερίες, εφημερίδα Καθημερινή 15/7/2009

Χαραμής Παύλος, “Λοβοτομή” στην εκπαίδευση, εφημερίδα Αυγή 16/7/2009
...........................................................................

Δημοσιεύθηκε σε διάφορες ελληνικές εφημερίδες και εκπαιδευτικές ιστοσελίδες και ιστολόγια.

Read more...

Digi-digi template

Back to TOP