Για την ψυχική εξουθένωση των εκπαιδευτικών
Πριν λίγα χρόνια, σε μια επιμόρφωση σε σχολείο της Κύπρου, ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος παρουσίαζε διεθνείς έρευνες που διερευνούσαν τα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ψυχική εξουθένωση. Δίχως έκπληξη, τις δύο πρώτες θέσεις μονοπωλούσαν οι νοσηλευτές και οι εκπαιδευτικοί.
Ο φιλόσοφος Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν περιγράφει εκτενώς το φαινόμενο της ψυχικής
κόπωσης και τους μηχανισμούς που την επιδεινώνουν, σημειώνοντας ότι βρίσκεται
στον πυρήνα της σύγχρονης κοινωνίας και αποτελεί τον πρόδρομο της κατάθλιψης (βλ. Η κοινωνία της κόπωσης, εκδ. Opera). Το
σύγχρονο κοινωνικό υποκείμενο τελεί υπό και διά μιας πρωτοφανούς αβάσταχτης
ψυχικής πίεσης, προσπαθώντας να ανταποκριθεί σε άπειρους ρόλους και ρευστά
δεδομένα. Ειδικά δε στον επαγγελματικό χώρο της εκπαίδευσης, αυτή η πίεση
αυξάνεται εκθετικά, όπως άλλωστε τεκμηριώνεται ερευνητικά, αλλά κι εμπειρικά.
Παρά ταύτα, τελευταίως παρατηρείται μια -αναγκαία- στροφή στα θέματα
ψυχικής υγείας. Διάφορες ανομολόγητες ιστορίες ξεπηδούν από την κοινωνία χωρίς
ταμπού, διεκδικώντας ορατότητα, υποστήριξη και θεσμικές καταπραϋντικές
πολιτικές. Ωστόσο, στο ανωτέρω περιγραφέν πλαίσιο, δεν γίνεται σχεδόν καμία
αναφορά στο ψυχικό άχθος των εκπαιδευτικών. Είναι απορίας άξιον γιατί δεν αναφύεται,
με ουσιαστικό τρόπο, το μείζον θέμα της ψυχικής ισορροπίας των εκπαιδευτικών
και των συνθηκών που την επιβαρύνουν. Γιατί, ακόμα κι όταν κάτι πάει να ειπωθεί,
αντιμετωπίζεται μεμιάς υποτιμητικά, με αποτέλεσμα να απανθρωποιούνται οι
εκπαιδευτικοί και να υποβιβάζεται η ιστορία τους ως προσωπικό έλλειμμα; Τι
είναι αυτό που καθοδηγεί τον κυρίαρχο λόγο (discourse), ώστε να μην επιτρέπει την ανάδειξη
αυτού του θέματος -ενώ σε άλλες περιπτώσεις το επιτρέπει- ακόμη κι όταν οι
έρευνες αποκαλύπτουν τη σοβαρότητά του;
Τα παραπάνω μπορούν να εκληφθούν ως ρητορικά, λαμβάνοντας υπόψη την
ενορχηστρωμένη μαζική και κυνική επίθεση στο δημόσιο σχολείο και τους
λειτουργούς του τις τελευταίες δεκαετίες. Η απαξίωση, λοιπόν, των εκπαιδευτικών
και η μετατροπή τους στα εύκολα θύματα κάθε κρίσης και γενικά όλων των δεινών
της κοινωνίας έχει συνέπειες. Συνέπειες αληθινές στην καθημερινότητα, τη
συναισθηματική ισορροπία κι εν τέλει την ψυχοσωματική υπόστασή τους. Ο
εκπαιδευτικός κουβαλά έναν ανείπωτο ψυχικό κάματο, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται να
δικάζεται αναίτια σαν μια νεότερη δύσμοιρη καφκική φιγούρα. Υπάρχει, άραγε,
μεγαλύτερη μορφή συγκεκαλυμμένης βίας από τη μη επικύρωση των συναισθημάτων,
της ευαλωτότητας κι εν γένει της ανθρωπινότητάς του; Είναι ο εκπαιδευτικός
άνθρωπος ή είδος;
Πέραν των προρρηθέντων, οι συνθήκες της σχολικής καθημερινότητας -οι οποίες
γίνονται ολοένα και δυσχερέστερες- επικαθορίζουν ντετερμινιστικά την ψυχική του
κατάσταση, οδηγώντας τον σταδιακά στην εξουθένωση. Πιο κάτω σταχυολογούνται
ορισμένες από τις ιδιάζουσες συνθήκες που αντιμετωπίζει καθημερινά ένας
εκπαιδευτικός, οι οποίες καταγράφονται βιβλιογραφικά, αλλά, κυρίως, απαντώνται
στην εμπειρία όσων τολμούν ακόμα να διδάσκουν:
- Η διδασκαλία απαιτεί πλήρη σωματική, πνευματική και συναισθηματική ενεργοποίηση, γεγονός που προκαλεί ταχεία κατάπτωση.
- Ο εκπαιδευτικός καλείται καθημερινά να λαμβάνει έναν τεράστιο όγκο από ακαριαίες αποφάσεις, εξαντλώντας την πνευματική ενέργειά του.
- Η νοητική πολυδιεργασία και η συνεχής διαχείριση της οιονεί χαοτικής σχολικής καθημερινότητας γεμίζει τη μνήμη εργασίας και επιβραδύνει τη σκέψη του.
- Απορροφά ασυνείδητα τα συναισθήματα των παιδιών, με αποτέλεσμα να υπερφορτώνεται συναισθηματικά.
- Επαναλαμβάνει μέσα του (inner speech) κουβέντες με τα παιδιά, ημιτελείς δουλειές, εκκρεμότητες κ.λπ. χωρίς να υπάρχει η αναγκαία για τον εγκέφαλο παύση.
- Κάθε περίπου 3’ διακόπτεται η ροή της σκέψης ή του προγραμματισμού του, βιώνοντας ένα αδιάλειπτο μπρος-πίσω.
- Ανιχνεύει συνεχώς συμπεριφορές, αποκρίσεις και αντιδράσεις, ευρισκόμενος σε διαρκή εγρήγορση.
- Το νευρικό του σύστημα παραμένει σε υπερδιέγερση από την πλημμυρίδα ήχων, κινήσεων και πολλαπλών ερεθισμάτων.
- Βιώνει καθημερινά το απρόβλεπτο της ικανοποίησης και της απογοήτευσης χωρίς να επικρατεί ποτέ μια σταθερότητα.
- Τελεί υπό την πίεση της ολοκληρωτικής διαθεσιμότητας, χωρίς χρόνο για απομόνωση και αποφόρτιση.
- Απαιτείται να παραμένει ψύχραιμος, χαρούμενος και -τοξικά- θετικός, καταπνίγοντας τα συναισθήματά του, παρά τις οποιεσδήποτε αναπόφευκτες αναποδιές.
- Ζητείται από αυτόν το απόλυτο, ενώ την ίδια στιγμή τού συμπεριφέρονται ως μη αρκετό.
- Του εναποτίθενται κρίσιμες ευθύνες και ταυτόχρονα χαμηλό επίπεδο αυτονομίας, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το ρίσκο και συνακόλουθα το στρες.
- Προσπαθεί απροστάτευτος να κάνει τη δουλειά του, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του τον φόβο ανώνυμων καταγγελιών.
- Γίνεται αποδέκτης ενός διαρκούς καταιγισμού νέων εγκυκλίων/οδηγιών/καθηκόντων, τις οποίες καλείται να μελετά, να διαχειρίζεται και να προσαρμόζεται.
- Στοχοποιείται ως υπαίτιος για τα κάθε λογής δεινά της κοινωνίας και διαπομπεύεται με ευκολία στα ΜΜΕ & ΜΚΔ.
- Αφήνεται να λειτουργεί ως σφουγγάρι που απορροφά τη συσσωρευμένη οργή μιας αποπροσανατολισμένης κοινωνίας, η οποία αναζητεί αποδιοπομπαίους τράγους.
- Αντιμετωπίζεται ως παρίας, μια persona non grata της κοινωνίας.
Τα πιο πάνω παρουσιάζουν με ευσύνοπτο τρόπο ορισμένους από τους παράγοντες
που συντελούν στην ψυχική εξουθένωση των εκπαιδευτικών. Παρόλο που
παραγνωρίζονται ευκόλως από την κοινή γνώμη, η ψυχική εξουθένωση των
εκπαιδευτικών είναι υπαρκτή. Όσα χαιρέκακα σχόλια αμφισβήτησης, φθόνου κι
επαγγελματικού ρατσισμού κι αν γίνουν, η κατάσταση δεν αλλάζει. Είναι φαινόμενο
πραγματικό κι εξόχως σημαντικό, αφού ενδεχομένως να αποτελεί τη μεγαλύτερη
σιωπηρή κρίση που σοβεί στα σχολεία. Μετατρέποντας τον εκπαιδευτικό σε
«απαγορευμένη ύπαρξη», που δεν μπορεί καν να μιλήσει για τον καθημερινό του
κάματο, παρά μόνο να λογοδοτεί και να απολογείται, ουσιαστικά διαβρώνονται τα
θεμέλια του σχολείου.
Η ψυχική ισορροπία των εκπαιδευτικών θα έπρεπε να
ήταν στην αιχμή όσων
καθορίζουν ή έστω επηρεάζουν την εκπαιδευτική καθημερινότητα, εφόσον δεν είναι
ένα θέμα που αφορά το κάθε άτομο προσωπικά. Δεν είναι, δηλαδή, προσωπική
αποτυχία των εκπαιδευτικών, αλλά συστημικό αποτέλεσμα. Υπ’ αυτό το πρίσμα,
είναι πρωτίστως θέμα θεσμικής αναγνώρισης, πολιτικών τομών και υπηρεσιών φροντίδας.
Εν συμπεράσματι, εάν όντως η επιθυμία για ένα καλύτερο σχολείο είναι
ειλικρινής, τότε είναι φρόνιμο να ανοιχθεί επειγόντως το θέμα της ψυχικής
εξουθένωσης των εκπαιδευτικών. Και, ασφαλώς, να σχεδιαστούν πολιτικές που απαντούν
στις προαναφερθείσες παρατηρήσεις. Πολιτικές που αναγνωρίζουν και σέβονται
τον εκπαιδευτικό και τον φροντίζουν ν’ ανθίσει -ώστε να μπορεί να συνεχίζει να
προσφέρει το «Είναι» του στα παιδιά.
Η βαθιά κρίση του σχολείου
Στα σχολεία σοβεί μια υποδόρια βαθιά κρίση. Αφαιρώντας τα διάφορα έκδηλα προβληματικά πέπλα και φθάνοντας στον πυρήνα, εμφανίζεται ένας τύπος εκπαιδευτικής πολιτικής που ωθεί πρακτικές και πρότυπα της αγοράς. Πρόκειται, δηλαδή, για μια στροφή που έχει πάρει η παγκόσμια εκπαιδευτική πολιτική, ώστε να προσαρμοστεί στις επιταγές της αγοράς. Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής, η οποία θεμελιώθηκε ωσάν ορθοδοξία, προκαλεί αλυσιδωτά προβλήματα που απαντώνται στη μαθησιακή διαδικασία και το παιδαγωγικό συμβόλαιο, στην ευημερία του παιδιού, την αυτονομία και αξιοπρέπεια της δασκάλας, τη λειτουργία της σχολικής καθημερινότητας κ.λπ. Υπάρχει, δηλαδή, μια ιδεολογική μήτρα για τα μείζονα προβλήματα της εκπαίδευσης, η οποία, σχεδόν ανεπαίσθητα, γεννά όλα τα υπόλοιπα προβλήματα που καλείται το σχολείο να διαχειριστεί. Όπως, άλλωστε, υποστήριζε ο φιλόσοφος Ιβάν Ίλιτς τα σχολεία συχνά δημιουργούν τα προβλήματα που καλούνται μετέπειτα να επιλύσουν.
Η μάθηση, μια διαδικασία εξ ορισμού αργόσυρτη και πυκνή, είναι αντίθετη προς την τυραννία των νόμων της αγοράς, ήτοι των άμεσων εμφανών αποτελεσμάτων, της ταχύτητας, της μεγέθυνσης και της λογοδότησης. Η μάθηση ανθίζει στον αργό και ποιοτικό χρόνο, στο λάθος και την αποτυχία, στον πειραματισμό και τον επανασχεδιασμό. Συνελόντι ειπείν, σε συνθήκες που δεν ευνοούνται στη σημερινή εποχή του γρήγορου χρόνου και της ποσοτικοποίησης.
Η απαρχή του σημερινού εκπαιδευτικού παραδείγματος εντοπίζεται πριν από λίγες δεκαετίες, όταν οι ελευθεριακές παιδαγωγικές της Νέας Αγωγής (βλ. Φρενέ, Ο’Νηλ, Κόρτσακ, Φρέιρε κ.λπ.) κατηγορήθηκαν ότι ευθύνονται για τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα προβλήματα πειθαρχίας. Η «θεραπεία» που προκρίθηκε ήταν η λεγόμενη «back to basics» εκπαίδευση. Τουτέστιν, οι δασκάλες να ελέγχονται και να λογοδοτούν, ενώ τα παιδιά να μαθαίνουν σε πολύ καλό βαθμό τα απολύτως βασικά του παραδοσιακού αλφαβητισμού: ανάγνωση, γραφή, αριθμητική. Το τίμημα, όμως, ήταν πως όλοι οι σύγχρονοι γραμματισμοί που αναδύονται κι απαιτούνται στον 21ο αιώνα -όπως, λόγου χάριν, ο μιντιακός γραμματισμός- καθώς και τα επίκαιρα ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη εποχή και το μέλλον της ανθρωπότητας να απαξιωθούν ως άχρηστες πολυτέλειες κι εν τέλει να ενταφιαστούν.
Η έμφαση, πλέον, δίνεται στην αυστηρή διεκπεραίωση αποπλαισιωμένων σχολικών ασκήσεων παρά στον προβληματισμό και την ανακάλυψη. Θα ανέμενε κανείς τις τάξεις να είναι ζωντανοί οργανισμοί, που πειραματίζονται, αυτορρυθμίζονται και πορεύονται χωρίς βιασύνη στη βάση της περιέργειας και της ανάγκης. Αντ’ αυτού, όλες οι τάξεις, σε όλη την επικράτεια, ακολουθούν απαρέγκλιτα την ίδια προκαθορισμένη γραμμική πορεία, η οποία σχεδιάζεται από πάνω κι από έξω παρά από κάτω και από μέσα. Με τον τρόπο αυτό, διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στο σχολείο και το παιδί. Ό,τι ενδιαφέρει το παιδί δεν ενδιαφέρει το σχολείο. Και ό,τι ενδιαφέρει το σχολείο δεν ενδιαφέρει το παιδί. Αναπόφευκτα, τα παιδιά δεν μπορούν να γίνουν ό,τι θα μπορούσαν να γίνουν κι αυτό αποτελεί μια ασύγγνωστη αποτυχία και δυστυχία, τουλάχιστον για όσους ενδιαφέρονται πραγματικά για την αυτοπραγμάτωση των παιδιών. Δεν προκαλεί εντύπωση, άλλωστε, ότι τα παιδιά και οι νέοι στη Δύση παρουσιάζονται πιο δυστυχή όσο ποτέ, σύμφωνα με το World Happiness Report 2024.
Μία ένδειξη ποδηγέτησης του σχολείου από τις προσταγές της αγοράς αποτελεί η τάση τα τελευταία χρόνια να χρησιμοποιείται ευρέως, προπάντων σε επίσημα έγγραφα, ο όρος «σχολική μονάδα» για να περιγράψει το σχολείο. Η έννοια «σχολείο», με όλες τις ελευθεριακές και δημιουργικές συμπαραδηλώσεις που περικλείει, αντικαταστάθηκε από τη «σχολική μονάδα». Τι ήταν αυτό, στ’ αλήθεια, που ώθησε στην αντικατάσταση της έννοιας «σχολείο»; Και τι υπονοείται με αυτή την αλλαγή; Μήπως ότι τα σχολεία γίνονται οιονεί «βιομηχανικές μονάδες»; Ένας χώρος εφαρμογής μιας συγκεκριμένης μηχανιστικής εκπαίδευσης στο πλαίσιο μιας φορντικής φαντασίωσης, ως θεσμός παραγωγής μελλοντικών υπαλλήλων, οι οποίοι θα διαθέτουν τεχνικές δεξιότητες, αλλά δεν θα είναι απαραίτητο και να σκέφτονται;
Αν και δεν είναι η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση της ταύτισης του σχολείου (ή της σχολικής μονάδας καλύτερα;) με τις απαιτήσεις της αγοράς, εντούτοις, το πιο κάτω παράδειγμα μπορεί να διαλευκάνει κάπως τη σκέψη που διατρέχει το παρόν κείμενο. Αναφερόμαστε στο πρόσφατο ένθερμο ενδιαφέρον για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) και το STEM στην εκπαίδευση. Η πρωτοφανής υψηλή προσφορά σεμιναρίων για τα θέματα αυτά, σε τόσο μάλιστα σύντομο χρονικό διάστημα, μπορεί να ιδωθεί υπό τον φακό των προαναφερθέντων. Ασφαλώς και είναι ενδιαφέροντα πεδία με μαθησιακές δυνατότητες, που τα παιδιά αναγκαστικά κι αναπόφευκτα χρειάζεται να γνωρίσουν, αλλά είναι όντως αυτό που λείπει από την εκπαίδευση; Πόσο περισσότερο θα προσθέσουν μαθησιακά; Ή μήπως αυτό που επειγόντως χρειάζεται είναι μια βαθιά κατανόηση του ποιοι και πώς δημιουργούν τον αλγόριθμο, τι επιδιώκει, τι μεθόδους χρησιμοποιεί για να χειραγωγεί, πώς επιδρά πάνω μας και πώς διαχειριζόμαστε το φαινόμενο της πλήρους μεσοποίησης της ζωής; Με άλλα λόγια, δεν θα ήταν ωφελιμότερο για τα παιδιά να διδάσκονται τα Μέσα και τις τεχνολογίες αντί να περιορίζονται στη διδασκαλία με τα Μέσα και με τις τεχνολογίες;
Ενυπάρχει ένας τεχνολογικός ντετερμινισμός στην τάση αυτή. Μια ψηφιακή ευφορία, ένας αέρας Σίλικον Βάλεϊ ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη κι έρχεται να διορθώσει την εκπαίδευση και να την κάνει αυτομάτως καλύτερη. Τα πράγματα δεν είναι ποτέ έτσι. Κάτι κερδίζουμε, κάτι χάνουμε. Θα ήταν προτιμότερο να συζητηθεί με τα παιδιά η πτυχή αυτή και να μελετηθεί κριτικά κι αναστοχαστικά προτού σπεύσουμε να τα παρουσιάσουμε αφιλτράριστα. Στην παγκόσμια βιβλιογραφία και διανόηση ευρύτερα, η συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στην επίδραση που έχει η τεχνητή νοημοσύνη στον άνθρωπο και στο πώς μπορούμε να τη ρυθμίσουμε, ώστε να καταστεί διαφανής, δίκαιη για όλους και ουσιαστικά επωφελής. Για ποιο λόγο αποκρύβεται αυτή η σημαντική διάσταση από τα παιδιά; Και, σε τελική ανάλυση, γιατί παραγκωνίζονται από όλες τις σημαντικές παγκόσμιες συζητήσεις που αναδύονται από καιρού εις καιρόν κι αφορούν το μέλλον τους;
Το σχολείο ως «σχολική μονάδα» δεν ευνοεί τις εις βάθος κριτικές συζητήσεις. Δεν προβληματοποιεί τα φαινόμενα, παρά μόνο τα θεοποιεί ή τα δαιμονοποιεί. Είναι η εποχή των στατιστικών, των αλγορίθμων και των Big Data, κατά την οποία η μητρική γλώσσα είναι αυτή των αριθμών, των δεδομένων και των κωδίκων. Των εμφανών εδώ και τώρα αποτελεσμάτων. Των τεστ και των αστεριών. Στο πλαίσιο τούτο, πεδία που απαιτούν αργό χρόνο και εμβύθιση, και που προσδίδουν νόημα και αφηγηματικότητα στη ζωή, όπως η φιλοσοφία, οι τέχνες, η δημοκρατική αγωγή, η αντιρατσιστική παιδεία, η κριτική σκέψη, η ευζωία και ψυχική ισορροπία, το λεγόμενο MESH (Media Literacy, Ethics, Sociology, History) και γενικά οι Ανθρωπιστικές επιστήμες εκλαμβάνονται ως κάτι το μπανάλ και στην καλύτερη περίπτωση υποβιβάζονται σε μια επιδερμική, αποσπασματική ενασχόληση. Εν ολίγοις, η ολόπλευρη αγωγή του παιδιού αντικαταστάθηκε από τη βασική εκπαίδευση.
Οι αλλεπάλληλες κρίσεις και οι συνεχείς προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα μάς υπενθυμίζουν ανελέητα ότι ο άνθρωπος πάσχει από έλλειμμα ανθρωπινότητας και σοφών επιλογών. Διαθέτουμε τις ευφυέστερες τεχνολογίες και τις υψηλότερες δεξιότητες από ποτέ, εντούτοις το μέλλον μας ως ανθρώπινο είδος διακυβεύεται εν μέσω μιας αχαλίνωτης αυτοκαταστροφικής πορείας. Η ευημερία και η επιβίωση της ανθρωπότητας τίθενται εν αμφιβόλω (κλιματική κρίση, πολεμικές συρράξεις, δημοκρατικά ελλείμματα, διογκούμενες ανισότητες κ.λπ.). Το σχολείο έχει λόγο και ρόλο να διαδραματίσει, διδάσκοντας στα παιδιά όχι πώς να προσαρμοστούν σε αυτόν τον κόσμο, αλλά κυρίως πώς να τον διαβάσουν κριτικά και να τον ονειρευτούν διαφορετικά.
Για να διορθώσεις τον κόσμο πρέπει πρώτα να διορθώσεις την εκπαίδευση,
έλεγε ο Γιάνους Κόρτσακ, μια εμβληματική προσωπικότητα της Παιδαγωγικής. Πώς,
όμως, θα διορθωθεί ο κόσμος όταν το σχολείο μεταλλάσσεται σε έναν φορμαλιστικό
μηχανιστικό θεσμό που υπηρετεί τις επιταγές της αγοράς, με αποτέλεσμα να γεννά,
εν πολλοίς, τα υπόλοιπα προβλήματα; Η ιδεολογία της αγοράς σφετερίζεται την
έννοια του σχολείου, αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα του και κατ’ επέκταση τη
δυνατότητα και το δικαίωμα του παιδιού να ανθίσει σταδιακά μέσα σ’ ένα
μαθησιακό περιβάλλον μέθεξης που το σέβεται. Η «σχολική μονάδα» που απαξιώνει την
ωφελιμότητα των ανθρωπιστικών επιστημών -αυτών των χρήσιμων «άχρηστων»- και που
δίνει έμφαση στον βασικό αλφαβητισμό και την ταχεία μεγέθυνση και λογοδότηση,
συμπιέζει το παιδί και του υφαρπάζει τη δίψα τού να γίνει. Να γίνει αυτός/ή που
μπορεί και θέλει να γίνει. Να γίνει αυτός/ή που, εν τέλει, θα διορθώσει τον
κόσμο.
*Του Αντώνη Ζαρίντα
Πόσο χρόνο επιτρέπεται να περνούν τα παιδιά στα ψηφιακά Μέσα;
- Τρώει και κοιμάται αρκετά;
- Είναι υγιές;
- Έχει φίλους και κοινωνικοποιείται ομαλά;
- Συμμετέχει στο σχολείο;
- Απολαμβάνει διάφορα χόμπι;
Ο άνθρωπος στη σύγχρονη εποχή και η αναγκαιότητα της Παιδείας στα Μέσα
Η ζωή και το έργο του Γιάνους Κόρτσακ
- Το δικαίωμα του παιδιού να είναι παιδί
- Το δικαίωμα του παιδιού στον σεβασμό
- Το δικαίωμα του παιδιού στην αγάπη
- Το δικαίωμα του παιδιού στην ανάπτυξη
- Το δικαίωμα του παιδιού στο παρόν
- Το δικαίωμα του παιδιού στην περιουσία
- Το δικαίωμα του παιδιού στην εκπαίδευση
- Το δικαίωμα του παιδιού στην αποτυχία
- Το δικαίωμα του παιδιού στη συγχώρεση
Το δικαίωμα του παιδιού στον σεβασμό και ο θεσμός του σχολείου
*Του Αντώνη Ζαρίντα
Για τον Σελεστέν Φρενέ και τους δασκάλους που ονειρεύονται
Μέχρι πόση δόση καινοτομίας μπορεί να ανεχτεί η δημόσια εκπαίδευση;
- Σχεδίαζε δραστηριότητες κοντινές προς τη ζωή των μαθητών
- Καθιέρωσε τα νέα της ημέρας, ενθαρρύνοντας τους μαθητές να διηγούνται στην ολομέλεια τα νέα τους και να επιλέγουν απ’ αυτά κάποιο θέμα για να μελετήσουν
- Περιόρισε δραστικά τη χρήση των επίσημων σχολικών βιβλίων
- Δούλευε σε ομάδες μικτών ικανοτήτων και διαφορετικών ενδιαφερόντων
- Επέτρεπε και επεδίωκε την πραγματικά ελεύθερη έκφραση των μαθητών, είτε προφορική είτε γραπτή, πιστεύοντας ότι αποτελεί εκδήλωση ζωής
- Χρησιμοποιούσε το ατομικό πλάνο εργασίας επιτρέποντας σε κάθε παιδί να οργανώνει και να καθοδηγεί τη δική του μαθησιακή πορεία
- Και φυσικά ήταν ο πρώτος που έφερε την τυπογραφία μέσα στη σχολική τάξη με την έκδοση μαθητικής εφημερίδας, περιοδικού, βιβλίων, διασχολικής αλληλογραφίας κ.λπ.
Υπέρ της κατάργησης της κατ’ οίκον εργασίας στις μικρές τάξεις του Δημοτικού Σχολείου
- Να είναι προσεκτικά διαβαθμισμένες και να ανταποκρίνονται στην ηλικία και στις ικανότητες των παιδιών.
- Να εμπίπτουν στα ενδιαφέροντα των παιδιών, ώστε να είναι δημιουργικές και ευχάριστες.
- Να είναι ανάλογες με τα μέσα που διαθέτουν τα παιδιά και η οικογένειά τους.
- Να απαιτούν λίγο χρόνο για να ολοκληρωθούν.
- Να μπορούν να γίνουν από τα ίδια τα παιδιά χωρίς τη συνεχή βοήθεια των γονιών.
Είναι λύση τα παιδιά να κάθονται υποχρεωτικά σε σκαμπό τα διαλείμματα;
- Αποτελεί μέτρο που εισηγήθηκε επισήμως το Υπουργείο Παιδείας και η ομάδα των ειδικών; Υπάρχει γραπτή οδηγία ή όχι;
- Είναι υγιές τα παιδιά να κάθονται από τις 7:30 ως τη 1:05 σε μια ξύλινη καρέκλα ή σκαμπό (κι αν μένουν Ολοήμερο ως τις 4:00); Πώς και πόσο επιβαρύνεται η υγεία τους;
- Πέραν της σωματικής υγείας, πώς επηρεάζεται η ψυχική υγεία των παιδιών από την έλλειψη κίνησης ακόμα και στο διάλειμμα; Ενδιαφέρει καθόλου η ψυχική υγεία των παιδιών;
- Έχει συσχετισθεί το ολιγόλεπτο διάλειμμα, κατά το οποίο τα παιδιά βρίσκονται σχεδόν συνέχεια εν κινήσει σε ανοικτό χώρο, με διασπορά του ιού και αύξηση των κρουσμάτων εντός σχολικού χώρου;
- Αν ναι, τότε τι να υποθέσουμε για τη διδασκαλία τόσες ώρες σε κλειστές τάξεις και με αποστάσεις που ορισμένες φορές εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να τηρηθούν;
- Υπάρχουν άλλες πρακτικές, φιλικές προς το παιδί, για το διάλειμμα; Δοκιμάστηκαν κι απέτυχαν ή όχι;
- Τι αντισταθμιστικές δημιουργικές/ψυχαγωγικές δράσεις τροχοδρομήθηκαν, ώστε να ελαφρύνουν κάπως το, υπό τις περιστάσεις, καταθλιπτικό σχολικό κλίμα και την ψυχολογική πίεση των παιδιών;
- Στον βαθμό που τα παιδιά παραμένουν καθηλωμένα τόσες ώρες, πώς αναπληρώνεται η ζωτική ανάγκη για κινητική δραστηριότητα; Αυξήθηκαν, λόγου χάρη, οι ώρες της γυμναστικής;
- Όταν ένα παιδί παραμένει καθισμένο όλη μέρα σε μια καρέκλα επηρεάζεται η επίδοση και η μάθησή του;
- Η ξεκούραση και η εκτόνωση που προσφέρει το διάλειμμα συνιστά χάρη του σχολείου προς τα παιδιά ή δικαίωμά τους;
- Έχει δικαίωμα ένας δάσκαλος, διά της «εξουσίας», να επιβάλει σε ένα παιδί να κάθεται υποχρεωτικά και συνέχεια σε ένα σκαμπό κατά τη διάρκεια του διαλείμματος;
- Τι λέει η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού για το μέτρο αυτό;
- Εάν ένα σχολείο, με υγειονομικό άλλοθι, αποφασίσει να κλείσει τις τουαλέτες για περιορισμό πιθανής εξάπλωσης του ιού, θα μπορεί να το κάνει αυτοβούλως; Και μετά να το αντιγράψουν άλλα σχολεία ως σωτήριο μέτρο;
- Εάν ένα σχολείο, με υγειονομικό άλλοθι, αποφασίσει ότι τα παιδιά στο διάλειμμα θα κρατάνε κι από ένα βιβλίο, στο πλαίσιο της μεγιστοποίησης του διδακτικού χρόνου ή ώστε να καλύψουν την ύλη που χάθηκε στην καραντίνα, θα μπορεί να το κάνει αυτοβούλως; Και μετά να το αντιγράψουν άλλα σχολεία ως ευρηματικό μέτρο;
- Τα σχολεία μπορούν να υποκαταστήσουν την επιδημιολογική ομάδα του Υπουργείου Υγείας και δη τη χάραξη μέτρων προστασίας;
- Μπορούν να συγκεραστούν εύλογα μέτρα προστασίας των παιδιών και η προστασία της ανθρωπινότητάς τους;
- Μήπως να καταργηθούν εντελώς τα διαλείμματα για να μην υπάρχει κανένας κίνδυνος;
- Ή μήπως, κατά βάθος, το θέμα δεν είναι αυτό, αλλά το γεγονός ότι εισερχόμαστε σε σκοτεινά μονοπάτια γενικευμένου αυταρχισμού, λόγω -δικαιολογημένου σε κάποιο βαθμό- φόβου και πανικού;
Αντέχοντας ψυχικά σε περιόδους κρίσης

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές .